Thursday, June 15, 2017

ΣΤΗΒ - Περιπέτεια στη χώρα του Νίκου Τσιφόρου

Εντάξει, να μην τα ξαναλέμε, όχι για να μη βαριέστε εσείς, γιατί βαριέμαι εγώ. Ο Τσιφόρος έχει σημαδέψει ανεξίτηλα την παιδική κι εφηβική μου ηλικία. Την πρώτη-πρώτη φορά, που επιχείρησα να γράψω διήγημα - και δεν ήταν σχολική έκθεση - δεν ήταν τίποτε λιγότερο από μια προσπάθεια μίμησης του πιο αγαπημένου μου Νίκου. Κάθε φορά που βρισκόμουν στην Έκθεση Βιβλίου - την τεράστια εκείνη έκθεση στο Πεδίο του Άρεως, που χρειαζόσουν δυο ώρες να την περπατήσεις όλη, από κάτω μέχρι πάνω και μετά πάλι πίσω και στο τέλος οι πατούσες σου έκαιγαν και τα χέρια σου ήταν πιασμένα από τους εκατοντάδες καταλόγους, που μάζευες, άλλο πάλι παιχνίδι και τούτο - δεν υπήρχε περίπτωση να μη φύγω μ' έναν τόμο ακόμα. Μέχρι που κάποτε τους τελείωσα σχεδόν όλους, πέραν δηλαδή από δύο ή τρεις, όταν είχα αρχίσει πια να μεγαλώνω και σιγά-σιγά ν' αλλάζω.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που κράτησα στα χέρια μου το Μίλωνα Φιρίκη, το μυστικό πράκτορα χωρίς 00. Ήμουν σ' ένα ξένο σπίτι κι είχα πάει να βοηθήσω τον πατέρα μου, που ήταν τεχνίτης. Περιττό να σας πω ότι η βοήθεια δεν έφτασε ποτέ. Για τις επόμενες τρεις-τέσσερις, εκατόν-τέσσερις ώρες, με το που κράτησα δηλαδή στα χέρια μου εκείνον τον παντελώς άγνωστο τόμο και ξεκίνησα να διαβάζω τις πρώτες γραμμές, δεν ξεκόλλησα στιγμή. Ήταν πέρα από τις δυνάμεις μου. Κι όσο κυλούσε ο χρόνος, κι η δουλειά προχωρούσε, κι έφτανε σιγά-σιγά η ώρα να φύγουμε, μ' έλουζε όλο και πιο κρύος ο ιδρώτας, να καταφέρω να τελειώσω (ολόκληρο το βιβλίο εννοείται), προτού χτυπήσει δώδεκα κι η άμαξα γίνει πάλι κολοκύθα και μείνω με τη μαγεία στο χέρι. Γιατί πού και πότε θα ξανάβρισκα εγώ αυτό το βιβλίο, μου λες; Άλλες εποχές τότε, δεν καταλαβαίνετε οι νέοι. Τότε δεν είχε ίντερνετ και τα σχετικά κι αν δεν είχες μια στοιχειώδη βιβλιοθήκη σπίτι σου, πόσο εύκολα ή συχνά μπορούσε ν' απαντήσει κανείς την ποικιλία ή την αμεσότητα, που συναντάει σήμερα; Για να μη μιλήσουμε για το μετρημένο χαρτζιλίκι. Είχα και κάτι Μίκυ, Μπλεκ, Αγόρια βλέπεις ν' αγοράζω κάθε βδομάδα. Τέλος πάντων, τελικά είδαν κι αποείδαν οι άνθρωποι και με λυπήθηκαν, εκείνοι οι ευλογημένοι άνθρωποι στους οποίους δουλεύαμε και μου το χάρισαν. Από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου.

Εδώ, βέβαια, δε θα μιλήσουμε για το Μίλων το Φιρίκη, αλλά για το ΣΤΗΒ ΤΟ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΚΑΘΑΡΜΑ. Έχω ήδη γράψει για εκείνη την άλλη διασκευή του Τσιφόρου, την Ελληνική Μυθολογία, και τις αστοχίες της. Να δούμε τώρα, αν ετούτο το μεταγενέστερο στοίχημα βγήκε κερδισμένο. Βέβαια, δεν είναι ότι δε θα τα πω όπως τα νιώθω, ούτε πως τα χείλη μου είναι σφραγισμένα. Αλλά να, είναι πως πριν κάτι μήνες, μου έγραψε ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΓΑΤΗΣ, ανιψιός του Τσιφόρου. Εκείνο, όμως, που τον χαρακτήριζε περισσότερο δεν ήταν η συγγένεια, αλλά μια ευγενής επιμονή, ένας πεισματικός αγώνας ν' αναδείξει μια κληρονομιά που σέβεται κι αγαπάει. Με πόρους πενιχρούς και πολλή αγάπη, μόνο θαύματα μπορεί να περιμένει κανείς, σ' αυτό το μάταιο κόσμο. Αλλά ο Λάμπρος επέμενε πάντα, όπως αναδρομικά ανακάλυψα κι εγώ, μετά τη σύντομη ανταλλαγή σχολίων μεταξύ μας, αφού ποτέ δεν έδινα ιδιαίτερη βάση στα ονόματα των εκδοτών. Μ' έκανε - άθελά του - να ντραπώ για το ειρωνικό ύφος, που υιοθετώ στα κείμενά μου, καθώς μέχρι τώρα δε γνώριζα κανένα κι έτσι σε κανέναν δεν έδινα λογαριασμό. Τώρα όμως; Τώρα που γνώρισα, έστω, έναν; Ε τώρα τι; Φυσικά και θα συνεχίσω το χαβά μου, το μοναδικό αυτό στιλ, που μ' έκανε διάσημο και που τόσο αγαπήσατε. Απλά με περισσότερες τύψεις. Στο κάτω-κάτω είναι κυρίως ύφος (αν όχι μόνο ύφος).

Γιατί πάντα πρέπει να υπάρχει ένα "φάλτσο", γιατί, γιατί;;; Τι διάολο γυρεύει
αυτή η ελληνική σημαία, τόσο απροκάλυπτα τοποθετημένη εκ των υστέρων,
γιατί κάποιου του καύλωσε, κάποιου του φάνηκε πολύ καλή ιδέα, γαμώ το
μανιτάρι που 'χει στη θέση του εγκεφάλου. Σα να μην έφτανε αυτό, είναι και
κακότεχνος: από προοπτική μεσάνυχτα. Βρήκε εκεί ένα από τ' αυτοκόλλητα,
που κολλάνε οι δασκάλες στους βουτυρομπεμπέδες, άμα γράφουνε καλά,
το 'χωσε όπου και όπως βρήκε, τέλεια. Πολύ ωραίο αποτέλεσμα, εύγε!

Άντε τα καλά ...

Με την Ελληνική Μυθολογία δε τίθεται σύγκριση, γι' αυτό και δε θα κάνουμε καμία. Άντε θα κάνω μία, γιατί θα σκάσω. Ε αυτός ο ΒΙΤΑΛΗΣ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ (γνωστό πενάκι) ξέρει το παιδί να σχεδιάζει. Σαφώς καλύτερο χέρι, με διαφορά. Είναι έμπειρος, είναι ταλαντούχος ή και τα δύο; Χεστήκαμε, καθώς το μόνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το αποτέλεσμα. Νομίζω όμως ότι το μικρό σχήμα τον αδικεί. Όλα αυτά τα καρεδάκια κουτσουλιές και μυγοχέσματα, εκτός ότι είναι απαγορευτικά με ποινή τύφλωσης για τους πρεσβύωπες (εγώ δεν είμαι ακόμα, αλλά έχω και μια κοινωνική ευαισθησία, που με κρατάσει ξύπνιο τα μεσημέρια), "πνίγουν" το σκίτσο και τη λεπτομέρεια. Ευτυχώς, η καθαρή γραμμή και η λεπτή μύτη, σώζουν τα προσχήματα, αλλά καταδικάζουν την γενική εντύπωση. Με άλλα λόγια, το κόμικ είναι αρκετά καλύτερο απ' ό,τι φαίνεται, απλά δε φαίνεται. Είμαι βέβαιος ότι ο Βιτάλης σχεδίασε σε μεγαλύτερο σχήμα και επήλθε σμίκρυνση κατά την ή για χάρη της αποτύπωσης και της αναπαραγωγής. Θυσιάσαμε την ποιότητα στο βωμό του πρακτικότητας. Τι να κάνουμε. Οι πρώτοι είμαστε ή οι τελευταίοι; Απ' τ' ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα κι άλλα τέτοια λαϊκά και όμορφα.

Ο καλός ο καλλιτέχνης φαίνεται ΚΑΙ στις
λεπτομέρειες. Εδώ ένα χαριτωμένο - όσο και
βρωμερό - στιγμιότυπο. Καλοφτιαγμένο,
ανθρώπινο, άψογα τσιφορικό!
Ένα από τα πιο όμορφα σχέδια, που έχω δει σε κόμικ ever!!! Μπράβο
Βιτάλη!! Άμα θες το 'χεις!! Άψογα όλα: προοπτική και χαρακτηριστικά
προσώπου, επιλογή πλάνου, θέση και προοπτική αντικειμένων, η γραμμή
του στήθους, όλα κομπλέ!! Είσαι μεγάλος (εδώ τουλάχιστον)!

Επίσης, ένα πολύ έξυπνο και καλαίσθητο εφεύρημα των παιδιών - δεν το 'χω συναντήσει αλλού - είναι, επίσης, κι αυτό: κάθε που τελειώνει μια σελίδα, η οποία αποτελεί και νοηματική ενότητα, η επόμενη ξεκινάει με μια μικρή αφήγηση, διακοσμημένη με το τελευταίο καρέ της προηγούμενης. Έξυπνο, όμορφο, χαλάει λίγο στις - ευτυχώς σπάνιες - περιπτώσεις που στο καρέ παραμένουν υπολείμματα από μπαλονάκια διαλόγων. Δε θα ήταν μεγάλος κόπος να σβηστούν και να συμπληρωθεί το σκίτσο, από πάνω. Έλα βρε αδερφέ κι εσύ, τι ψάχνεις;;

Το τελευταίο και το πρώτο καρέ δύο συνεχόμενων σελίδων. Ωραίο ε;

Άντε και τα κακά ...

Έχει πάντως ένα μικρό θέμα με την προοπτική ο Βιτάλης. Αλλού το δείχνει ολοφάνερα, όπως όταν σχεδιάζει αυτοκίνητα και στο βάθος δρόμος ή κατόψεις δωματίων ή σχεδόν στα πάντα. Αλλού όμως δε φαίνεται άμεσα, αποκαλύπτεται περισσότερο ως αφηρημένος υπαινιγμός, ως αόριστο αίσθημα αλλόκοτου ή ασύμμετρου. Γενικά, πάντως, το χάνει συχνά. Είπαμε, δεν πειράζει το παιδί. Ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο με λαπαροσκόπηση.

Κάτι δεν πάει καλά, έτσι;;;
Κι εδώ κάτι δεν πάει καλά. Κι εκεί. Και παραπέρα.

Ο Βιτάλης έχει, επίσης, ένα μικρό θέμα με τα μεγάλα βυζιά, με τις κοινώς λεγόμενες μεγάλες και στρογγυλές βυζάρες, τ' αγελαδινά βυζόμπαλα, τα μαστάρια του Ναβαρόνε. Και γούστο του το παιδί να γλείφει ή να ονειρεύεται ό,τι γουστάρει. Ο καημένος ο Τσιφόρος τι του φταίει, όμως; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, τα γυμνά του Βιτάλη είναι κάπως παράταιρα με το πνεύμα του Τσιφόρου, είναι λίγο υπερβολικά. Πρώτα και κύρια γιατί ο τελευταίος είναι ερωτικός κι όχι πορνογραφικός, είναι ευθύς κι όχι ηδονοβλεπτικός, είναι αβρός και χαριτωμένος κι όχι λιμάρης. Νταξ' δε λέω ότι ο Βιτάλης είναι λιμάρης, το παιδί, αλλά η κοινωνία στην οποία μεγάλωσε / μεγαλώσαμε αναμφισβήτητα είναι.

Το μέσο μαστάρι του Βιτάλη θα το ζήλευαν
κι οι γελάδες απ' τα αγροκτήματα Αρόζα.
(Αριστερά) Ωραίο σκίτσο και σκίαση, αλλά το βυζόμπαλο βυζόμπαλο,
τέλειο για πορνοταινία, εδώ όμως απολύτως φάλτσο κι άτοπο.
(Δεξιά) 4 μόλις καρέ μετά, μια μουτζούρα για το μπούτσο.
Ρε σεις, γιατί τώρα θυμήθηκα το Rosinski;;

Στα κείμενα του Τσιφόρου θα ταίριαζε το αισθησιακό κορμί κι όχι το πληθωρικό ή - ίσως καλύτερα - ο υπαινιγμός του γυμνού (στη σελίδα 10, ο Βιτάλης πλησιάζει πολύ κοντά σ' αυτό που εννοώ). Όχι εξαιτίας καμιάς ηθικο-διδακτικής ζοχάδας. Ο άξονας του Τσιφόρου είναι η τρυφερότητα και μόνο η τρυφερότητα για τον άνθρωπο, για όλους εκείνους τους λούμπεν χαρακτήρες του αστικού περιθωρίου, οι οποίοι παλεύουν, μισοί στο σκοτάδι, μισοί στο φως, για την επιβίωση, για την αγάπη, για μια ευκαιρία να ξεφύγουν. Η σεξουαλικότητα των ηρώων του ποσώς τον απασχολεί, παρά μονάχα σαν αφορμή, ως κίνητρο για τις δράσεις τους. Ακόμα κι όταν υπάρχει γυμνό ή σεξ στα γραπτά του, γίνεται μ' εκείνους τους χαρακτηριστικούς, τσιφόρειους υπαινιγμούς, δηλαδή με γλυκύτητα που θυμίζει τα ζευγάρια που αποσύρονται και σφαλίζουν τα πατζούρια όχι γιατί κρύβονται από κανέναν, σα να εμπλέκονταν σε κάτι μεμπτό, παρά γιατί προχωρούν σε κάτι που είναι πλέον δική τους και μόνο δική τους υπόθεση.

Λυρικότερος εδώ ο Βιτάλης, πολύ πιο κοντά στο
τσιφόρειο αίσθημα. Παρατηρείστε, πάλι, αυτό που
λέγαμε για την προοπτική: αλλού βάρκα, αλλού γιαλός.

Το σεξ στον Τσιφόρο έχει κάτι απ' την εσάνς των ερωτικών σκηνών του Τζέιμς Μποντ. Ποτέ δε φαίνεται το παραμικρό. Ο Μποντ δεν πηδάει για το σεξ - πόσοι θεατές το καταλαβαίνουν αυτό; - αλλά γιατι σε κάθε γυναίκα αγαπάει τη Γυναίκα. Δεν γαμάει για να ξεκαυλώσει, είναι η ίδια η κατάκτηση που τον τρελαίνει, τα υπόλοιπα αν μη τι άλλο είναι μπανάλ. Το σεξ του Μποντ δεν απευθύνεται στους λυσσάρηδες εφήβους, που θα μπορούσαν να την παίξουν ακόμα και με τη βιογραφία του Παΐσιου, αλλά στους άντρες που έχουν πλέον χορτάσει το ζώο μέσα τους κι έχουν ξεγκαβωθεί ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα στο κόσμο, εκτός απ' το πουλί τους. Θα μου πεις πόσοι τέτοιοι άντρες υπάρχουν; Εντάξει, ένας είμαι εγώ. Άλλος ένας είναι ο Μποντ. Γι' άλλους δεν ξέρω.

Τέλος πάντων, για να καταλάβετε, όσοι δεν γνωρίζετε, τι εστί Τσιφόρος, διαβάστε ας πούμε ένα μικρό απόσπασμα από τις Δίιες ερωτικές επιχειρήσεις, στη Μυθολογία του, και πείτε μου ...

" Περίμενε, λοιπόν, και μια σκοτεινή νύχτα, είχε παραφάει η Ήρα κι έριχνε κάτι ροχαλητά ξεγυρισμένα. Ο Δίας, σηκώθηκε ζούλα, ξυπόλητος, αμόλυσε κρυφά να μη τον δη κανά μάτι και να σου τον στην Κυλλήνη.
- Γεια σου μανούλα μου, Μαία.
- Καλώς τον.
- Τι λέτε, είσαστε δια μίαν μικράν πονηρίαν;
- Ενδροπή.
- Ναι, ενδροπή, δεν λέγω, αλλά είσθε;
Δεν απάντησε η Μαία κι άμα δεν απαντάνε οι Μαίες, κακόν της κεφαλής τους. Το οποίον, να και σου μένει έγκυος η Μαία".

ή λίγο πιο κάτω ...

" Ένας άλλος Τιτάνας - τους ρήμαξε τους Τιτάνες - ήτανε ο Κοίος που είχε γυναίκα την Φοίβη και κορούλα την Λητώ. Τούτη δω η Λητώ ήτανε πολύ τσαχπινάκι και του τάρριξε του Δία στα γεμάτα. Πολλά δεν ήθελε ο μπαγάσας ο Δίας.
- Κάτσε φρόνιμα Λητάκι γιατί εγώ είμαι αψύς.
- Έλατε καλέ.
Ελάτε καλέ, ελάτε καλέ, να έγκυος η Λητώ. "

[ Αποσπάσματα από την "Ελληνική Μυθολογία", Εκδ. Ερμής, σελ. 50 - 51 ]

Ούτε βυζόμπαλα, ούτε χοντράδες, ούτε βρωμιά, παρά λαμπερή ανταύγεια μεσημεριού, με τσιπουράκι, μεζέδες κι εύθυμη παρέα, αθώα πειράγματα, σκουντήγματα, χαχανητά και τσουγκρίσματα ποτηριών. Τσιφόρος φωτεινός κι ανέφελος, σαν το Αιγαίο του Ελύτη, χωρίς όμως την κατσούφικη βλοσυράδα της εμβληματικής ποίησης.

Παίρνω, όμως, το θράσος να συνεχίσω και να παραθέσω κι ένα ακόμα απόσπασμα, αυτή τη φορά από τον ίδιο τον καθαρματαίο Στηβ ...

" Τρεις το πρωί. Το καμπαρέ αδειάζει. Οι καλοί αστοί φεύγουν με συντροφιά, ή φεύγουν μόνοι τους, να ξεκουραστούν μέσα σ' έναν αθώο ή ένα πονηρόν ύπνο. Η Αντρέ χασμουριέται.
- Θέλεις να φύγουμε;
- Ναι. Μάλλον.
Στο δρόμο του πιάνει το χέρι.
- Θα σ' άρεσε να 'ρθεις μαζί μου, στο σπίτι μου;
- Ναι, αλλά ...
- Όχι, δεν υπάρχει κανείς. Είμαι μόνη.
Η σιτροέν κυλάει πέρα στην Αβενύ Φος και σταματάει σε μια θαμπή γκρίζα πολυκατοικία. Από το παράθυρο φαίνεται ένα κομμάτι του Αρκ ντε Τριόμφ.
Μια μικρή παρατήρηση. Τούτη δω η Αντρέ δεν ξέρει πού ακριβώς είναι ο διακόπτης. Σίγουρα το διαμέρισμα δεν είναι δικό της. Είναι ένα από τα χιλιάδες διαμερίσματα που νοικιάζονται για μια νύχτα στο Παρίσι.
Δικαιολογείται:
- Μέθυσα, ήπια πολύ.
Ανάβει.
Ένα κομψό εσωτερικό, επιπλωμένο με γούστο φουτουριστή ντεκορατέρ. Μπαράκι. Πικ απ. Βάζει ένα δίσκο με ακκορντεόν Τουλουζιάνικα, μια μουσική γεμάτη Παρίσι.
Τον αγκαλιάζει.
- Είσαι χαριτωμένος.
Κι αυτή είναι χαριτωμένη.
- Περίεργος που είναι ο θεός του έρωτα στο Παρίσι! αναστενάζει η Αντρέ. Σου στέλνει ένα σύντροφο γεμάτο ενδιαφέρον και χάρη. Ποιος να το 'λεγε ότι αυτό το παρ' όλιγον δυστύχημα ...
Σερβίρει δυο κονιάκ "Ναπολεόν", πίνει πρώτη.
- Στην υγειά σου, Έλληνα!
- Στη δική σου, κόμισσα ...
Γελάνε, φιλιούνται. Έξω περνάνε αραιά τ' αυτοκίνητα. Μια επιγραφή: "Σοκολάτα Μενιέ" αναβοσβήνει ενοχλητικά.
- Μένεις εδώ;
- Τρία χρόνια.
- Δεν έχεις φίλο;
Σηκώνει του ώμους της.
- Μια φορά πήρα έναν άντρα, από τότε σιχάθηκα όλους τους άλλους. Εκτός βέβαια από σένα. Τ' ε μπω γκαρ είσαι ωραίο παλληκάρι, το ξέρεις;
Ο Στηβ σβήνει το φως. Μόνο η επιγραφή που αναβοσβήνει φωτίζει τώρα τη σκηνή. Δεν γίνεται να δει κανείς καλά.
Μισή ώρα αργότερα δένει τη γραβάτα του. Εκείνη κάθεται και χαϊδεύει το μάγουλό της, έτσι σαν να της έγραψε κει απάνω μια βελούδινη ανάμνηση. "

[ Απόσπασμα από "Στηβ Το Χαρούμενο Κάθαρμα", Εκδ. Ερμής, σελ. 79-80]

Αυτός είναι ο Τσιφόρος, που αγαπήσαμε, που αγαπάμε ακόμα, ο διαχρονικός. Σύντομες κοφτές προτάσεις, λιτή μα όχι φτωχική περιγραφή, άριστη ισορροπία ανάμεσα στον κυνισμό μιας ματαιότητας και τη μελαγχολία μιας υπόσχεσης. Έχει καμία σχέση ο παραπάνω δωρικός λυρισμός του Τσιφόρου με βυζιά που ξεχειλίζουν ή μ' εκείνη την απίστευτη, όσο και ασυγχώρητη προστυχιά της σελίδας 40 "Μόλτο μπένε, μόλτο βγαίνε";

Όχι πείτε μου, ποια ποιητική μαλακία επέβαλε
αυτό το εξάμβλωμα, αυτή τη στυγερή , πισώπλατη
δολοφονία και ιεροσυλία επί του Νίκου Τσιφόρου;;

Αυτό το απόλυτο ξέρασμα, αυτόν τον ελμινθοβριθή έμετο, που οδηγεί το κόμικ σε αυτοκτονία, δια αυτο-σοδομισμού;; Κι εκεί που ήσουν έτοιμος να χαρίσεις στους δημιουργούς, έστω, μια ψήφο εμπιστοσύνης, αντ' αυτής τους χαρίζεις πέντε φάσκελα και άμε στο διάολο από 'δω, αλήτες, εσείς κι όλες οι γενεές, μέχρι το πρώτο ξανθό παιδί σας, να γεννιέστε μικροτσούτσουνοι.

Συγγνώμη για τη συναισθηματική φόρτιση. Αλλά έτσι ένιωσα, σαν πρωταντίκρυσα αυτή τη σιχαμάρα, σα να κατουρούσε κανείς στον τάφο του παππού μου. Με κατεβασμένο το καπάκι. Και πιτσιλώντας, επίσης. Στο επόμενο τεύχος, λίγα λόγια για τα κείμενα.

No comments:

Post a Comment