Friday, June 16, 2017

ΣΤΗΒ - Περιπέτειας συνέχεια και τέλος

Στο σενάριο-διασκευή-επιμέλεια, ή πώς διάολο τα λένε οι φιλόλογοι, έχουμε το ΝΙΚΟ τον ΠΛΑΤΗ. Καλό παιδί και τον συγχωρώ γι' αυτό που έκανε. Θέλω να πω, αν εκείνο το ανεκδιήγητο "μόλτο μέσα-έξω" ήταν δική του ιδέα, τότε δεν τον συγχωρώ και να τον πάρει και να τον σηκώσει. Αν όμως δεν ήταν δική του ιδέα, αλλά εξυπνάδα του Βιτάλη, τότε ο Πλατής είναι ΟΚ και παίρνει άφεση γι' αυτό που προσπάθησε να κάνει. Ποια είναι, λοιπόν, η αμαρτία αυτού του παιδιού; Μα τι άλλο, παρά οι αυτοσχεδιασμοί του και οι αναχρονισμοί του.

Αυτοσχεδιασμός #01

Εντάξει, θα είμαι ειλικρινής. Καλά έκανε και αυτοσχεδίασε. Δε γίνεται να προσαρμόσεις ένα κείμενο σε κόμικ, σε ταινία, σε μπλουζάκι ή τι θες, τέλος πάντων, δίχως να γίνεις λίγο μόδιστρος και λίγο συγγραφέας ο ίδιος. Δίχως κόψε-ράψε, δίχως προσθήκες κι αυτοσχεδιασμούς, ώστε να προσαρμοστεί το ένα είδος στο άλλο και στις ιδιαιτερότητές του.

Στην εισαγωγή, ο Γατής μας πληροφορεί ότι ο βοηθός του Στηβ, ο Παρασκευάς, είναι δική τους επινόηση. Χμμμ, αυτό δεν είναι εντελώς αλήθεια και μάλλον κάτι άλλο εννοεί εδώ ο Λάμπρος. Ο Στηβ έχει όντως ένα βοηθό, που τον λένε Παρασκευά, απλά ο Τσιφόρος τον χρησιμοποιεί στη χάση και στη φέξη. Βαριόμουν να διαβάσω ξανά το βιβλίο, απ' την αρχή, αλλά ήμουν σχεδόν βέβαιος - με ένα αμυδρότατο αλλά επίμονο αίσθημα περισσότερο, παρά ανάμνηση καθαυτή - ότι ο Στηβ δε δούλευε μόνος του. Έπιασα να ξεφυλλίζω με τη σειρά, μία μία, τις σελίδες του βιβλίου, σαρώνοντας κάπως επιπόλαια το κείμενο, για ένα "Π" ή ένα "Πα". Η επιμονή μου ανταμοίφθηκε. Και να που στη σελίδα 111, πάνω πάνω, διαβάζουμε:

" Από δώ και πέρα η δουλειά γίνεται όμορφα, τακτικά και πολύ έξυπνα. Κάπου στο Λονδίνο, πετάει ένας χοντρός Έλληνας, που τον λένε Παρασκευά και που είναι βοηθός του Στηβ. "

Και πιο κάτω, στον επίλογο της σελίδας 232:

" Ε, λοιπόν, δε θα το πάρει. Γιατί πρόλαβα και το πήρα εγώ. Πώς; Έχω ένα βοηθό... Που δεν φαίνεται ποτέ μαζί μου. Ο βοηθός μου, λέγεται Παρασκευάς, πήγε και το πήρε πριν από τον συνένοχό σας. "

Κι ένα ακόμη, στη σελίδα 282:

" Ο κύριος με το σναπς χαιρετάει και φεύγει. Δεν καταλαβαίνει ότι ένα κοντόχοντρος Ρωμιός που τον λένε Παρασκευά τον ακολουθεί αόρατος κατά πόδας ... "

Σταμάτησα εδώ, καθώς είχα ήδη καταφέρει το στόχο μου. Οι δημιουργοί όχι μόνο δεν επινοούν τον Παρασκευά - κι αυτό είναι προς τιμήν τους - αλλά, πολύ περισσότερο, παραμένουν πιστοί ακόμα και στην εξωτερική του εμφάνιση. Στην πραγματικότητα, αυτό που θέλει να πει ο Γατής είναι - φαντάζομαι - ότι ο Τσιφόρος χρησιμοποιεί σπάνια τον Παρασκευά και γενικά στο παρασκήνιο. Εδώ οι δημιουργοί ξεθάβουν αυτή την πολύτιμη περσόνα και της δίνουν μεγαλύτερη αξία, επινοώντας όχι ακριβώς τον Παρασκευά αλλά το δίδυμο Στηβ - Παρασκευάς. Και πολύ καλά κάνουν, φυσικά, τιμώντας ταυτόχρονα και τον Τσιφόρο, αλλά και την κομιξική παράδοση, που αγαπάει τα δίδυμα πρωταγωνιστής - βοηθός και τα συνώνυμα.

Βας Βας ο Παρασκευάς. Μήπως
τελικά καλύτερα τα βυζόμπαλα;;

Αυτοσχεδιασμός #02

Υπάρχουν, όμως, και αυτοσχεδιασμοί που δε λειτουργούν τόσο καλά και υποτιμούν το κόμικ, υποβιβάζοντάς το σε κατηγορία φαρσοκόμικ. Ένα παράδειγμα είναι το παρακάτω, παρμένο από μια ολόκληρη (!) σελίδα, καθάρης Πλατείας επινόησης. Η εμβόλιμη σεναριακή παρέμβαση (Μιλάνο, σελ.40), γενικά, δεν είναι κακή, αλλά το χιούμορ στο παρακάτω καρέ είναι επιπέδου Αντιρίξ και Συμφωνίξ ...

Χαχα πολύ αστείο. Μια μαϊμού που σκέφτεται, χωρίς να λέει
και τίποτα έξυπνο. Χαχα, η κοιλιά μου. Απ' τη διάρροια.

Το κάνουν κι αλλού κι επίσης κι αλλού. Πι.χι. στο "Βατερλώ", στη σελίδα 30, χρησιμοποιούν τη χαριτωμένη τεχνική της παράλληλης δράσης, όπου πίσω (ή μπροστά) από τα τεκταινόμενα, διαδραματίζεται ένα σύντομο χιουμοριστικό γκαγκ. Τα πιο έξυπνα τέτοια, τα έχω συναντήσει στο "Λεονάρντο" του Philippe Liegeois. Ο Βιτάλης το κάνει επιτυχώς, αλλά είναι εντελώς παράταιρο με την ατμόσφαιρα, που καλείται να δημιουργήσει. Εδώ δεν είναι η φαρσοκωμωδία της Ελληνικής Μυθολογίας. Απ' την αρχή, Βιτάλης και Πλατής μας δείχνουν τη διάθεση να μείνουν πιστοί στο ύφος του Τσιφόρου κι όχι να τα γαμήσουν όλα. Και καλά κάνουν και μπράβο. Αλλά γι' αυτό είμαι κι εγώ αυστηρός. Τέτοια φαρσικά εδώ δεν έχουν θέση, εκτροχιάζουν το κέντρο βάρους και αποτρέπουν τον αναγνώστη απ' το να πάρει το κόμικ σοβαρά. Τον καταλαβαίνω, ωστόσο, απόλυτα τον Βιτάλη, γιατί κι εγώ στην Ελλάδα μεγάλωσα κι αυτά τα κομιξικά ατοπήματα είναι κοινή μας κληρονομιά. Είναι δείγμα της ανωριμότητας του (έστω τοτινού) ελληνικού κόμικ και της παθητικής μίμησης. Είναι δείγμα όλων εκείνων των παιδικών επιρροών, που παλεύουν να εκφραστούν με κάθε ευκαιρία, κατάλληλη ή μη.

Όχι ακριβώς Βατερλώ, αλλά μια ήττα όσο να 'ναι την αρπάζει ο Τσιφόρος.

Αναχρονισμοί

Τώρα, στους αναχρονισμούς-παύλα-αυτοσχεδιασμούς του Πλατή δεν είναι ότι διαφωνώ καθέτως, γιατί είναι αξιοπρεπείς και καλογραμμένοι. Αλλά διαφωνώ τέρμα οριζοντίως γιατί ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΣΙΦΟΡΟΣ, ρε πούστη μου! Γιατί ρε Πλατή, παιδί μου; Τι σε χάλαγε, ρε αδερφέ, στο πρωτότυπο κείμενο κι έπρεπε (στην εισαγωγή της Βαγδάτης) να μου γράφεις:

" Πάνε πολλά χρόνια, πολύ περισσότερα απ' όσα μπορείτε να φανταστείτε, απ' όταν ο πολύς και βαρύς βασιλιάς Μανσούρ έχτισε το "Σπίτι της Ειρήνης", τη θρυλική Βαγδάτη. Από τότε κύλησε πολύ νερό στ' αυλάκι. Τους αιθέρες της μυθικής πόλης δε διασχίζουν πια μαγικά χαλιά, αλλά "τζετ 707" και σύγχρονα πολεμικά αεροσκάφη. Ο καλός χαλίφης Χαρούν Ελ Πουσάχ βαρέθηκε τις τόσες και τόσες αποτυχημένες ίντριγκες του "Ιζνογκούντ" κι αποφάσισε ν' ακολουθήσει τις... συμβουλές του καταχθόνιου Βεζύρη του. Έτσι, και παρά τα αρνητικά γκάλοπ, ο ρεζίλης "Ιζνογκούντ" κατάφερε να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη. Από το "Σταυροδρόμι των Πέντε Ηπείρων" μόνο οι "Χίλιες και Μια Νύχτες" απόμειναν ... και οι Χαλιμάδες ... "

Για κάτσε, τι συμβαίνει εδώ; Τι μαλακία είναι αυτή; Δε λέω, καλογραμμένη. Αλλά μαλακία. Πού πήγε, πάλι, ο Τσιφόρος; Γιατί έχουν μια τάση, όσοι πιάνουν στα χέρια τους τον Τσιφόρο να τον γαμάνε, ρε φίλε; Γιατί κάνει ο καθένας ό,τι του κατεβάσει η γκλάβα; Ας φτιάξουν τις δικές τους ιστορίες και να γράφουν ό,τι παπαριά θέλουνε μέσα. Αλλά όταν λέμε θα γράψουμε Τσιφόρο, να γράφουνε Τσιφόρο, τελεία!

Από τις 108 λέξεις, τίποτα δεν είναι Τσιφόρος, παρεκτός της πρώτης φράσης, η οποία απλά παραπέμπει στο κείμενο του Τσιφόρου. Παραπέμπει, δηλαδή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΣΙΦΟΡΟΣ. Η δεύτερη και τρίτη είναι μια κομψή ομολογώ μετάβαση του Πλατή στη σύγχρονη εποχή. Παρ' όλα αυτά, ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΣΙΦΟΡΟΣ. Κι ακόμα δεν τελειώσαμε! Ολόκληρη εκείνη η παρέμβαση με τον Ιζνογκούντ και τις μαλακίες, ΟΥΤΕ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΤΣΙΦΟΡΟΣ! Δεν είναι ούτε καν Goscinny, είναι μια μαλακία και μισή, δίχως έμπνευση και inside joke ΜΟΝΟ όσων διαβάζουν κόμιξ, από μικροί. Εδώ ο Τσιφόρος, εκεί ο Τσιφόρος, πού 'ν' ο Τσιφόρος;; Προσέξτε, δηλαδή, την ειρωνία. Αγοράζεις ένα κόμικ, που γράφει "Στηβ και μπλαμπλα" του Νίκου Τσιφόρου. Την έχεις ήδη "πατήσει" με την Ελληνική Μυθολογία. Κι απ' την πρώτη κιόλας σελίδα και τα πρώτα λόγια που διαβάζεις, δεν βρίσκεις πάλι καμία σχέση με το Νίκο τον Τσιφόρο. Βρίσκεις, όμως, σχέση μ' ένα κοινό (στο οποίο απευθύνονται) το οποίο είναι εξοικειώμενο με την παραγωγή της ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ και δίχως άλλη καλλιέργεια. Αλλά τώρα τι; Σχεδιάσαμε για το ήσσον κοινό ή σχεδιάσαμε για το μείζον κοινό και το μείζονα Τσιφόρο;; Αυτά κύριε Πρόεδρε και κύριοι Δικαστάς. I rest my case.

Να μια εναλλακτική εισαγωγή, μόνο με αποσπάσματα του πρωτότυπου:

" ΒΑΓΔΑΤΗ. Η πόλη - νησί, βρέχεται από τα δυο μεγάλα ποτάμια, τον Τίγρη και τον Ευφράτη. Κάποτε, ο βασιλιάς Μανσούρ, την έκτισε και την είπε "Η κατοικία της ειρήνης". Η Βαγδάτη, με τη παλιά ιστορία... Το σταυροδρόμι των ηπείρων... Ο δρόμος του χρυσού για τα καραβάνια... Η κούνια που κοίμησε το παραμύθι στις χίλιες και μια νύχτες... Όμως μέσα από νερά, η Βαγδάτη ξανανθίζει... Μουσουλμάνοι και λίγοι Χριστιανοί, είναι οι άνθρωποί της. Κοντά τους κι Εβραίοι... Η Ράσελ είναι Εβραία... "

Πόσο δύσκολο πια, πόσο;; Και μένει και χώρος, να βάλεις κύριε Πλατή ό,τι μοντερνισμό και παρέμβαση γουστάρεις. Δε με χέζετε πια, όλοι σας!!! Κανείς από εσάς δεν αγάπησε, πραγματικά, τον Τσιφόρο. Εννοώ κανείς εκτός απ' τον Γατή. Ούτε Βιτάληδες, ούτε Πλατήδες, ούτε Παγώνηδες, ούτε Βλαχάκηδες, ούτε κανείς. Κι απορώ αν τον έχει διαβάσει και κανείς τους. Κι αν τον έχουν διαβάσει, τότε τον διάβασαν από υποχρέωση και το παραμικρό δεν έχουν νιώσει. Κρίμα για τον Τσιφόρο;; Μπα, ο ίδιος χέστηκε. Δε νομίζω να δίνει πια δεκάρα τσακιστή, για τα πάντα όλα, επί και υπό της γης ετούτης. Αλλά κρίμα για το Λάμπρο το Γατή και τον αγώνα του. Και γιατί όχι κι εμένα, που τον αγαπούσα τόσο.

Thursday, June 15, 2017

ΣΤΗΒ - Περιπέτεια στη χώρα του Νίκου Τσιφόρου

Εντάξει, να μην τα ξαναλέμε, όχι για να μη βαριέστε εσείς, γιατί βαριέμαι εγώ. Ο Τσιφόρος έχει σημαδέψει ανεξίτηλα την παιδική κι εφηβική μου ηλικία. Την πρώτη-πρώτη φορά, που επιχείρησα να γράψω διήγημα - και δεν ήταν σχολική έκθεση - δεν ήταν τίποτε λιγότερο από μια προσπάθεια μίμησης του πιο αγαπημένου μου Νίκου. Κάθε φορά που βρισκόμουν στην Έκθεση Βιβλίου - την τεράστια εκείνη έκθεση στο Πεδίο του Άρεως, που χρειαζόσουν δυο ώρες να την περπατήσεις όλη, από κάτω μέχρι πάνω και μετά πάλι πίσω και στο τέλος οι πατούσες σου έκαιγαν και τα χέρια σου ήταν πιασμένα από τους εκατοντάδες καταλόγους, που μάζευες, άλλο πάλι παιχνίδι και τούτο - δεν υπήρχε περίπτωση να μη φύγω μ' έναν τόμο ακόμα. Μέχρι που κάποτε τους τελείωσα σχεδόν όλους, πέραν δηλαδή από δύο ή τρεις, όταν είχα αρχίσει πια να μεγαλώνω και σιγά-σιγά ν' αλλάζω.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που κράτησα στα χέρια μου το Μίλωνα Φιρίκη, το μυστικό πράκτορα χωρίς 00. Ήμουν σ' ένα ξένο σπίτι κι είχα πάει να βοηθήσω τον πατέρα μου, που ήταν τεχνίτης. Περιττό να σας πω ότι η βοήθεια δεν έφτασε ποτέ. Για τις επόμενες τρεις-τέσσερις, εκατόν-τέσσερις ώρες, με το που κράτησα δηλαδή στα χέρια μου εκείνον τον παντελώς άγνωστο τόμο και ξεκίνησα να διαβάζω τις πρώτες γραμμές, δεν ξεκόλλησα στιγμή. Ήταν πέρα από τις δυνάμεις μου. Κι όσο κυλούσε ο χρόνος, κι η δουλειά προχωρούσε, κι έφτανε σιγά-σιγά η ώρα να φύγουμε, μ' έλουζε όλο και πιο κρύος ο ιδρώτας, να καταφέρω να τελειώσω (ολόκληρο το βιβλίο εννοείται), προτού χτυπήσει δώδεκα κι η άμαξα γίνει πάλι κολοκύθα και μείνω με τη μαγεία στο χέρι. Γιατί πού και πότε θα ξανάβρισκα εγώ αυτό το βιβλίο, μου λες; Άλλες εποχές τότε, δεν καταλαβαίνετε οι νέοι. Τότε δεν είχε ίντερνετ και τα σχετικά κι αν δεν είχες μια στοιχειώδη βιβλιοθήκη σπίτι σου, πόσο εύκολα ή συχνά μπορούσε ν' απαντήσει κανείς την ποικιλία ή την αμεσότητα, που συναντάει σήμερα; Για να μη μιλήσουμε για το μετρημένο χαρτζιλίκι. Είχα και κάτι Μίκυ, Μπλεκ, Αγόρια βλέπεις ν' αγοράζω κάθε βδομάδα. Τέλος πάντων, τελικά είδαν κι αποείδαν οι άνθρωποι και με λυπήθηκαν, εκείνοι οι ευλογημένοι άνθρωποι στους οποίους δουλεύαμε και μου το χάρισαν. Από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου.

Εδώ, βέβαια, δε θα μιλήσουμε για το Μίλων το Φιρίκη, αλλά για το ΣΤΗΒ ΤΟ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΚΑΘΑΡΜΑ. Έχω ήδη γράψει για εκείνη την άλλη διασκευή του Τσιφόρου, την Ελληνική Μυθολογία, και τις αστοχίες της. Να δούμε τώρα, αν ετούτο το μεταγενέστερο στοίχημα βγήκε κερδισμένο. Βέβαια, δεν είναι ότι δε θα τα πω όπως τα νιώθω, ούτε πως τα χείλη μου είναι σφραγισμένα. Αλλά να, είναι πως πριν κάτι μήνες, μου έγραψε ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΓΑΤΗΣ, ανιψιός του Τσιφόρου. Εκείνο, όμως, που τον χαρακτήριζε περισσότερο δεν ήταν η συγγένεια, αλλά μια ευγενής επιμονή, ένας πεισματικός αγώνας ν' αναδείξει μια κληρονομιά που σέβεται κι αγαπάει. Με πόρους πενιχρούς και πολλή αγάπη, μόνο θαύματα μπορεί να περιμένει κανείς, σ' αυτό το μάταιο κόσμο. Αλλά ο Λάμπρος επέμενε πάντα, όπως αναδρομικά ανακάλυψα κι εγώ, μετά τη σύντομη ανταλλαγή σχολίων μεταξύ μας, αφού ποτέ δεν έδινα ιδιαίτερη βάση στα ονόματα των εκδοτών. Μ' έκανε - άθελά του - να ντραπώ για το ειρωνικό ύφος, που υιοθετώ στα κείμενά μου, καθώς μέχρι τώρα δε γνώριζα κανένα κι έτσι σε κανέναν δεν έδινα λογαριασμό. Τώρα όμως; Τώρα που γνώρισα, έστω, έναν; Ε τώρα τι; Φυσικά και θα συνεχίσω το χαβά μου, το μοναδικό αυτό στιλ, που μ' έκανε διάσημο και που τόσο αγαπήσατε. Απλά με περισσότερες τύψεις. Στο κάτω-κάτω είναι κυρίως ύφος (αν όχι μόνο ύφος).

Γιατί πάντα πρέπει να υπάρχει ένα "φάλτσο", γιατί, γιατί;;; Τι διάολο γυρεύει
αυτή η ελληνική σημαία, τόσο απροκάλυπτα τοποθετημένη εκ των υστέρων,
γιατί κάποιου του καύλωσε, κάποιου του φάνηκε πολύ καλή ιδέα, γαμώ το
μανιτάρι που 'χει στη θέση του εγκεφάλου. Σα να μην έφτανε αυτό, είναι και
κακότεχνος: από προοπτική μεσάνυχτα. Βρήκε εκεί ένα από τ' αυτοκόλλητα,
που κολλάνε οι δασκάλες στους βουτυρομπεμπέδες, άμα γράφουνε καλά,
το 'χωσε όπου και όπως βρήκε, τέλεια. Πολύ ωραίο αποτέλεσμα, εύγε!

Άντε τα καλά ...

Με την Ελληνική Μυθολογία δε τίθεται σύγκριση, γι' αυτό και δε θα κάνουμε καμία. Άντε θα κάνω μία, γιατί θα σκάσω. Ε αυτός ο ΒΙΤΑΛΗΣ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ (γνωστό πενάκι) ξέρει το παιδί να σχεδιάζει. Σαφώς καλύτερο χέρι, με διαφορά. Είναι έμπειρος, είναι ταλαντούχος ή και τα δύο; Χεστήκαμε, καθώς το μόνο που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το αποτέλεσμα. Νομίζω όμως ότι το μικρό σχήμα τον αδικεί. Όλα αυτά τα καρεδάκια κουτσουλιές και μυγοχέσματα, εκτός ότι είναι απαγορευτικά με ποινή τύφλωσης για τους πρεσβύωπες (εγώ δεν είμαι ακόμα, αλλά έχω και μια κοινωνική ευαισθησία, που με κρατάσει ξύπνιο τα μεσημέρια), "πνίγουν" το σκίτσο και τη λεπτομέρεια. Ευτυχώς, η καθαρή γραμμή και η λεπτή μύτη, σώζουν τα προσχήματα, αλλά καταδικάζουν την γενική εντύπωση. Με άλλα λόγια, το κόμικ είναι αρκετά καλύτερο απ' ό,τι φαίνεται, απλά δε φαίνεται. Είμαι βέβαιος ότι ο Βιτάλης σχεδίασε σε μεγαλύτερο σχήμα και επήλθε σμίκρυνση κατά την ή για χάρη της αποτύπωσης και της αναπαραγωγής. Θυσιάσαμε την ποιότητα στο βωμό του πρακτικότητας. Τι να κάνουμε. Οι πρώτοι είμαστε ή οι τελευταίοι; Απ' τ' ολότελα καλή κι η Παναγιώταινα κι άλλα τέτοια λαϊκά και όμορφα.

Ο καλός ο καλλιτέχνης φαίνεται ΚΑΙ στις
λεπτομέρειες. Εδώ ένα χαριτωμένο - όσο και
βρωμερό - στιγμιότυπο. Καλοφτιαγμένο,
ανθρώπινο, άψογα τσιφορικό!
Ένα από τα πιο όμορφα σχέδια, που έχω δει σε κόμικ ever!!! Μπράβο
Βιτάλη!! Άμα θες το 'χεις!! Άψογα όλα: προοπτική και χαρακτηριστικά
προσώπου, επιλογή πλάνου, θέση και προοπτική αντικειμένων, η γραμμή
του στήθους, όλα κομπλέ!! Είσαι μεγάλος (εδώ τουλάχιστον)!

Επίσης, ένα πολύ έξυπνο και καλαίσθητο εφεύρημα των παιδιών - δεν το 'χω συναντήσει αλλού - είναι, επίσης, κι αυτό: κάθε που τελειώνει μια σελίδα, η οποία αποτελεί και νοηματική ενότητα, η επόμενη ξεκινάει με μια μικρή αφήγηση, διακοσμημένη με το τελευταίο καρέ της προηγούμενης. Έξυπνο, όμορφο, χαλάει λίγο στις - ευτυχώς σπάνιες - περιπτώσεις που στο καρέ παραμένουν υπολείμματα από μπαλονάκια διαλόγων. Δε θα ήταν μεγάλος κόπος να σβηστούν και να συμπληρωθεί το σκίτσο, από πάνω. Έλα βρε αδερφέ κι εσύ, τι ψάχνεις;;

Το τελευταίο και το πρώτο καρέ δύο συνεχόμενων σελίδων. Ωραίο ε;

Άντε και τα κακά ...

Έχει πάντως ένα μικρό θέμα με την προοπτική ο Βιτάλης. Αλλού το δείχνει ολοφάνερα, όπως όταν σχεδιάζει αυτοκίνητα και στο βάθος δρόμος ή κατόψεις δωματίων ή σχεδόν στα πάντα. Αλλού όμως δε φαίνεται άμεσα, αποκαλύπτεται περισσότερο ως αφηρημένος υπαινιγμός, ως αόριστο αίσθημα αλλόκοτου ή ασύμμετρου. Γενικά, πάντως, το χάνει συχνά. Είπαμε, δεν πειράζει το παιδί. Ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο με λαπαροσκόπηση.

Κάτι δεν πάει καλά, έτσι;;;
Κι εδώ κάτι δεν πάει καλά. Κι εκεί. Και παραπέρα.

Ο Βιτάλης έχει, επίσης, ένα μικρό θέμα με τα μεγάλα βυζιά, με τις κοινώς λεγόμενες μεγάλες και στρογγυλές βυζάρες, τ' αγελαδινά βυζόμπαλα, τα μαστάρια του Ναβαρόνε. Και γούστο του το παιδί να γλείφει ή να ονειρεύεται ό,τι γουστάρει. Ο καημένος ο Τσιφόρος τι του φταίει, όμως; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, τα γυμνά του Βιτάλη είναι κάπως παράταιρα με το πνεύμα του Τσιφόρου, είναι λίγο υπερβολικά. Πρώτα και κύρια γιατί ο τελευταίος είναι ερωτικός κι όχι πορνογραφικός, είναι ευθύς κι όχι ηδονοβλεπτικός, είναι αβρός και χαριτωμένος κι όχι λιμάρης. Νταξ' δε λέω ότι ο Βιτάλης είναι λιμάρης, το παιδί, αλλά η κοινωνία στην οποία μεγάλωσε / μεγαλώσαμε αναμφισβήτητα είναι.

Το μέσο μαστάρι του Βιτάλη θα το ζήλευαν
κι οι γελάδες απ' τα αγροκτήματα Αρόζα.
(Αριστερά) Ωραίο σκίτσο και σκίαση, αλλά το βυζόμπαλο βυζόμπαλο,
τέλειο για πορνοταινία, εδώ όμως απολύτως φάλτσο κι άτοπο.
(Δεξιά) 4 μόλις καρέ μετά, μια μουτζούρα για το μπούτσο.
Ρε σεις, γιατί τώρα θυμήθηκα το Rosinski;;

Στα κείμενα του Τσιφόρου θα ταίριαζε το αισθησιακό κορμί κι όχι το πληθωρικό ή - ίσως καλύτερα - ο υπαινιγμός του γυμνού (στη σελίδα 10, ο Βιτάλης πλησιάζει πολύ κοντά σ' αυτό που εννοώ). Όχι εξαιτίας καμιάς ηθικο-διδακτικής ζοχάδας. Ο άξονας του Τσιφόρου είναι η τρυφερότητα και μόνο η τρυφερότητα για τον άνθρωπο, για όλους εκείνους τους λούμπεν χαρακτήρες του αστικού περιθωρίου, οι οποίοι παλεύουν, μισοί στο σκοτάδι, μισοί στο φως, για την επιβίωση, για την αγάπη, για μια ευκαιρία να ξεφύγουν. Η σεξουαλικότητα των ηρώων του ποσώς τον απασχολεί, παρά μονάχα σαν αφορμή, ως κίνητρο για τις δράσεις τους. Ακόμα κι όταν υπάρχει γυμνό ή σεξ στα γραπτά του, γίνεται μ' εκείνους τους χαρακτηριστικούς, τσιφόρειους υπαινιγμούς, δηλαδή με γλυκύτητα που θυμίζει τα ζευγάρια που αποσύρονται και σφαλίζουν τα πατζούρια όχι γιατί κρύβονται από κανέναν, σα να εμπλέκονταν σε κάτι μεμπτό, παρά γιατί προχωρούν σε κάτι που είναι πλέον δική τους και μόνο δική τους υπόθεση.

Λυρικότερος εδώ ο Βιτάλης, πολύ πιο κοντά στο
τσιφόρειο αίσθημα. Παρατηρείστε, πάλι, αυτό που
λέγαμε για την προοπτική: αλλού βάρκα, αλλού γιαλός.

Το σεξ στον Τσιφόρο έχει κάτι απ' την εσάνς των ερωτικών σκηνών του Τζέιμς Μποντ. Ποτέ δε φαίνεται το παραμικρό. Ο Μποντ δεν πηδάει για το σεξ - πόσοι θεατές το καταλαβαίνουν αυτό; - αλλά γιατι σε κάθε γυναίκα αγαπάει τη Γυναίκα. Δεν γαμάει για να ξεκαυλώσει, είναι η ίδια η κατάκτηση που τον τρελαίνει, τα υπόλοιπα αν μη τι άλλο είναι μπανάλ. Το σεξ του Μποντ δεν απευθύνεται στους λυσσάρηδες εφήβους, που θα μπορούσαν να την παίξουν ακόμα και με τη βιογραφία του Παΐσιου, αλλά στους άντρες που έχουν πλέον χορτάσει το ζώο μέσα τους κι έχουν ξεγκαβωθεί ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα στο κόσμο, εκτός απ' το πουλί τους. Θα μου πεις πόσοι τέτοιοι άντρες υπάρχουν; Εντάξει, ένας είμαι εγώ. Άλλος ένας είναι ο Μποντ. Γι' άλλους δεν ξέρω.

Τέλος πάντων, για να καταλάβετε, όσοι δεν γνωρίζετε, τι εστί Τσιφόρος, διαβάστε ας πούμε ένα μικρό απόσπασμα από τις Δίιες ερωτικές επιχειρήσεις, στη Μυθολογία του, και πείτε μου ...

" Περίμενε, λοιπόν, και μια σκοτεινή νύχτα, είχε παραφάει η Ήρα κι έριχνε κάτι ροχαλητά ξεγυρισμένα. Ο Δίας, σηκώθηκε ζούλα, ξυπόλητος, αμόλυσε κρυφά να μη τον δη κανά μάτι και να σου τον στην Κυλλήνη.
- Γεια σου μανούλα μου, Μαία.
- Καλώς τον.
- Τι λέτε, είσαστε δια μίαν μικράν πονηρίαν;
- Ενδροπή.
- Ναι, ενδροπή, δεν λέγω, αλλά είσθε;
Δεν απάντησε η Μαία κι άμα δεν απαντάνε οι Μαίες, κακόν της κεφαλής τους. Το οποίον, να και σου μένει έγκυος η Μαία".

ή λίγο πιο κάτω ...

" Ένας άλλος Τιτάνας - τους ρήμαξε τους Τιτάνες - ήτανε ο Κοίος που είχε γυναίκα την Φοίβη και κορούλα την Λητώ. Τούτη δω η Λητώ ήτανε πολύ τσαχπινάκι και του τάρριξε του Δία στα γεμάτα. Πολλά δεν ήθελε ο μπαγάσας ο Δίας.
- Κάτσε φρόνιμα Λητάκι γιατί εγώ είμαι αψύς.
- Έλατε καλέ.
Ελάτε καλέ, ελάτε καλέ, να έγκυος η Λητώ. "

[ Αποσπάσματα από την "Ελληνική Μυθολογία", Εκδ. Ερμής, σελ. 50 - 51 ]

Ούτε βυζόμπαλα, ούτε χοντράδες, ούτε βρωμιά, παρά λαμπερή ανταύγεια μεσημεριού, με τσιπουράκι, μεζέδες κι εύθυμη παρέα, αθώα πειράγματα, σκουντήγματα, χαχανητά και τσουγκρίσματα ποτηριών. Τσιφόρος φωτεινός κι ανέφελος, σαν το Αιγαίο του Ελύτη, χωρίς όμως την κατσούφικη βλοσυράδα της εμβληματικής ποίησης.

Παίρνω, όμως, το θράσος να συνεχίσω και να παραθέσω κι ένα ακόμα απόσπασμα, αυτή τη φορά από τον ίδιο τον καθαρματαίο Στηβ ...

" Τρεις το πρωί. Το καμπαρέ αδειάζει. Οι καλοί αστοί φεύγουν με συντροφιά, ή φεύγουν μόνοι τους, να ξεκουραστούν μέσα σ' έναν αθώο ή ένα πονηρόν ύπνο. Η Αντρέ χασμουριέται.
- Θέλεις να φύγουμε;
- Ναι. Μάλλον.
Στο δρόμο του πιάνει το χέρι.
- Θα σ' άρεσε να 'ρθεις μαζί μου, στο σπίτι μου;
- Ναι, αλλά ...
- Όχι, δεν υπάρχει κανείς. Είμαι μόνη.
Η σιτροέν κυλάει πέρα στην Αβενύ Φος και σταματάει σε μια θαμπή γκρίζα πολυκατοικία. Από το παράθυρο φαίνεται ένα κομμάτι του Αρκ ντε Τριόμφ.
Μια μικρή παρατήρηση. Τούτη δω η Αντρέ δεν ξέρει πού ακριβώς είναι ο διακόπτης. Σίγουρα το διαμέρισμα δεν είναι δικό της. Είναι ένα από τα χιλιάδες διαμερίσματα που νοικιάζονται για μια νύχτα στο Παρίσι.
Δικαιολογείται:
- Μέθυσα, ήπια πολύ.
Ανάβει.
Ένα κομψό εσωτερικό, επιπλωμένο με γούστο φουτουριστή ντεκορατέρ. Μπαράκι. Πικ απ. Βάζει ένα δίσκο με ακκορντεόν Τουλουζιάνικα, μια μουσική γεμάτη Παρίσι.
Τον αγκαλιάζει.
- Είσαι χαριτωμένος.
Κι αυτή είναι χαριτωμένη.
- Περίεργος που είναι ο θεός του έρωτα στο Παρίσι! αναστενάζει η Αντρέ. Σου στέλνει ένα σύντροφο γεμάτο ενδιαφέρον και χάρη. Ποιος να το 'λεγε ότι αυτό το παρ' όλιγον δυστύχημα ...
Σερβίρει δυο κονιάκ "Ναπολεόν", πίνει πρώτη.
- Στην υγειά σου, Έλληνα!
- Στη δική σου, κόμισσα ...
Γελάνε, φιλιούνται. Έξω περνάνε αραιά τ' αυτοκίνητα. Μια επιγραφή: "Σοκολάτα Μενιέ" αναβοσβήνει ενοχλητικά.
- Μένεις εδώ;
- Τρία χρόνια.
- Δεν έχεις φίλο;
Σηκώνει του ώμους της.
- Μια φορά πήρα έναν άντρα, από τότε σιχάθηκα όλους τους άλλους. Εκτός βέβαια από σένα. Τ' ε μπω γκαρ είσαι ωραίο παλληκάρι, το ξέρεις;
Ο Στηβ σβήνει το φως. Μόνο η επιγραφή που αναβοσβήνει φωτίζει τώρα τη σκηνή. Δεν γίνεται να δει κανείς καλά.
Μισή ώρα αργότερα δένει τη γραβάτα του. Εκείνη κάθεται και χαϊδεύει το μάγουλό της, έτσι σαν να της έγραψε κει απάνω μια βελούδινη ανάμνηση. "

[ Απόσπασμα από "Στηβ Το Χαρούμενο Κάθαρμα", Εκδ. Ερμής, σελ. 79-80]

Αυτός είναι ο Τσιφόρος, που αγαπήσαμε, που αγαπάμε ακόμα, ο διαχρονικός. Σύντομες κοφτές προτάσεις, λιτή μα όχι φτωχική περιγραφή, άριστη ισορροπία ανάμεσα στον κυνισμό μιας ματαιότητας και τη μελαγχολία μιας υπόσχεσης. Έχει καμία σχέση ο παραπάνω δωρικός λυρισμός του Τσιφόρου με βυζιά που ξεχειλίζουν ή μ' εκείνη την απίστευτη, όσο και ασυγχώρητη προστυχιά της σελίδας 40 "Μόλτο μπένε, μόλτο βγαίνε";

Όχι πείτε μου, ποια ποιητική μαλακία επέβαλε
αυτό το εξάμβλωμα, αυτή τη στυγερή , πισώπλατη
δολοφονία και ιεροσυλία επί του Νίκου Τσιφόρου;;

Αυτό το απόλυτο ξέρασμα, αυτόν τον ελμινθοβριθή έμετο, που οδηγεί το κόμικ σε αυτοκτονία, δια αυτο-σοδομισμού;; Κι εκεί που ήσουν έτοιμος να χαρίσεις στους δημιουργούς, έστω, μια ψήφο εμπιστοσύνης, αντ' αυτής τους χαρίζεις πέντε φάσκελα και άμε στο διάολο από 'δω, αλήτες, εσείς κι όλες οι γενεές, μέχρι το πρώτο ξανθό παιδί σας, να γεννιέστε μικροτσούτσουνοι.

Συγγνώμη για τη συναισθηματική φόρτιση. Αλλά έτσι ένιωσα, σαν πρωταντίκρυσα αυτή τη σιχαμάρα, σα να κατουρούσε κανείς στον τάφο του παππού μου. Με κατεβασμένο το καπάκι. Και πιτσιλώντας, επίσης. Στο επόμενο τεύχος, λίγα λόγια για τα κείμενα.

Saturday, June 10, 2017

ΥΠΟΘΕΣΗ ΦΡΑΝΣΙΣ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΤΟΣΟ ΜΠΛΕΪΚ

Όνομα αλλά όχι και πράμα, ετούτο το δεύτερο τεύχος, αφού στο μισό τουλάχιστον πρωταγωνιστεί πάλι εκείνος ο δυσκοίλιος κοκκινοψώλης, ο Μόρτιμερ. Να μην τα πολυλογούμε, τα πιο σημαντικά θίχτηκαν ήδη από την προηγούμενη ανάρτηση. Η ποιότητα συνεχίζει στο ίδιο απαράμιλλο επίπεδο. Η σκηνές της περιπλάνησης του Μόρτιμερ στην βρετανική ύπαιθρο κι αργότερα στη Σκωτία, αφήνουν στη μνήμη αισθητικά χνάρια, που παραμένουν οικεία ακόμη και χρόνια μετά την πρώτη ανάγνωση. Ετούτη η αντοχή στο χρόνο αποτελεί μία ακόμη ένδειξη μεγάλη τέχνης.

Αυτά. Καλή συνέχεια με ό,τι καταπιάνεστε. Πλάκα κάνω. Σκατά να φάτε κι εύχομαι να σχίσετε το δάχτυλό σας με την πρώτη σελίδα κόμικ που θ' ανοίξετε. Τα ξαναλέμε όποτε γουστάρω!

Επιστροφή στο αυστηρό αστικό τοπίο και τη λονδρέζικη μπίχλα. Οι εφημερίδες αναρωτιούνται
αν υπάρχει διαρροή στην Ι.Σ. Αν δεν υπήρχε πώς θα το γνώριζαν ότι υπάρχει; Ωωω τι είπε!!

Εξαιρετικό, μακρύ (όχι όμως πολύ χοντρό) καρέ, κατά μήκος του Τάμεση. Απλά υπέροχο!

Σ' ευχαριστούμε για άλλη μια φορά ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ
για τις σελίδες 9 ως 24 που 'γίναν φύλλο και φτερό,
μαζί με τις 1560 δραχμές μας!

Πάλι αυτός ο καραγκιόζης! ΕΛΕΟΣ!!!

Όχι και τόσο καλή η ιδέα του Benoit, να σχεδιάσει τον άστεγο Άρνολντ, σα λυμώδη παραλλαγή
του χαριτοδιπλωμένου Μπλέικ. Ξεφύλλιζα ξανά και ξανά τις προηγούμενες, διαλυμένες σελίδες,
μήπως έχασα κανά επεισόδιο, όπου ο καπετάν-Μπλέικ μεταμφιέζεται για πολλοστή φορά, με σκοπό
να ικανοποιήσει τις κατασκοπικές του φαντασιώσεις. Εις μάτην. Ο Μπλέικ περί αλλού τυρβάζεται.

Ένα λιλιπούτειο αριστούργημα! Τίποτα λιγότερο από έναν μικρό ζωγραφικό πίνακα!

Δεύτερη συνεχόμενη φορά που μια
γυναίκα, ανακατώνεται στις αντρικές
υποθέσεις. Πού θα πάει αυτή η ιστορία;
Δεν υπάρχει κράτος;

Θεσπέσια απεικόνιση Σκωτικής υπαίθρου...

Ακόμη βορειότερα, το τοπίο σαφώς αλλάζει...

Στην "Υπόθεση Περιδέραιο" ο Jacobs βάζει, σε κάποια φάση,
ένα Γάλλο κακοποιό του πούτσου να διαβάζει μικιμάους στη
βάρδια του. Δε χάνει, λοιπόν, την ευκαιρία για ένα inside joke,
σχεδιάζοντας στο εξώφυλλο ένα τεύχος του περιοδικού Tintin.
Εδώ ο Benoit, σε παρόμοια φάση, χάνει την ευκαιρία και κρίμα.
Αντ' αυτού τι κάνει ο καραγκιόζης του θερμοκηπίου;; Σχεδιάζει,
δίχως οίκτο, μια ξεδιάντροπη διαφήμιση για καλλυντικά της
Revlon. ΠΩΣ; ΤΙ; ΟΡΙΣΤΕ; ΓΥΝΑΙΚΕΣ, REVLON!! Μάλλον
πρόκειται περί χοντροκομμένης πλάκας!! Αυτή την κοινωνία,
λοιπόν, οραματίζονται Van Hamme και Benoit για τα παιδιά μας;!
Παρ' όλα αυτά, εγώ κύριος, έφαγα τα νιάτα μου googl-άροντας
μπας και πρόκειται περί υπαρκτής διαφήμισης κι όχι απλώς για
καλλιτεχνική σύνθεση. Ό,τι πλησιέστερο βρήκα ακολουθεί...

Αν βρείτε κάτι καλύτερο, παρακαλώ ενημερώστε:
6975555555 Κος Νίκος (απόλυτη εχεμύθεια)

Σαν τελική σκηνή ταινίας Bond ...

BLAKE & MORTIMER vs VAN HAMME & BENOIT ...

Α τα σύκα σύκα και η σκάφη σκάφη. Ο Jacobs μπορεί να πέταγε κάτι αφέλειες τσακ στο δόξα πατρί αλλά, στο γενικό πλάνο, τα σενάριά του ήταν εξαιρετικά, απολαυστικά, υποδειγματικά. Για το σκίτσο μην πλατειάσουμε, δεξιοτέχνης του κιαρατά. Έλα μου όμως τώρα, που κι ετούτοι οι δύο τσόγλανοι: JEAN VAN HAMME και TED BENOIT είναι κάτι φοβεροί μαλαγάνες της πένας, που σε τουμπάρουν, σα κάτι γυφτάκια με σπινθηροβόλα, πονηρά ματάκια και πλατιά χαμόγελα (που φαντάζουν δυο φορές πια λαμπερά, ένεκα η απλυσιά), που θες να τ' αγκαλιάσεις, να τα φιλήσεις και να τους τσιμπάς τα μάγουλα. Ετούτα εδώ τα αλητάκια του κομικοπλανήτη κατάφεραν με εξαιρετική μαεστρία όχι μόνο να φτάσουν αλλά, κατά τη γνώμη μου (που τόσο μετράει και τη σέβονται ανεξαιρέτως όλοι οι αναγνώστες, που δεν πατάνε στο blog μου), να ξεπεράσουν στα σημεία το δάσκαλο. Ο ίδιος ο Jacobs, αν δεν υπήρξε στη ζωή του ντίβα ή ψώνιο, θα έπρεπε να αισθάνεται περήφανος, για τούτους τους δυο συνεχιστές του. Αλλά ακόμη κι αν τους κρίνεις ανεξάρτητα, οι ιστορίες τους στέκονται τόσο όμορφα και ολοκληρωμένα από μόνες του, που θα τις λάτρευες ακόμα κι αν δεν είχες γνωρίσει ποτέ τον Jacobs, ήσουν δηλαδή ένας φυσιολογικός άνθρωπος, που όταν χέζει λύνει σταυρόλεξα κι έχει να διαβάσει "μικιμάους", από την εποχή που ζούσε ακόμα ο Καραμανλής.

Ξαναδιάβασα, απανωτά, τις ιστορίες "ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΕΠΑΦΗ" και "ΥΠΟΘΕΣΗ ΦΡΑΝΣΙΣ ΜΠΛΕΪΚ" (Εκδ. ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ) κι ομολογώ πως, όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να κοροϊδέψω τίποτα. Από μια άποψη κρίμα. Αν ζούσε ο συγχωρεμένος Jacobs θα είχαμε τόσα και τόσα σουρεαλιστικά να χαρούμε, όπως πχ. τον Μπλέικ και τον Μόρτιμερ να διασταυρώνουν τα τσουτσούνια τους, στα τζακούζια της χαμένης Ατλαντίδας κι άλλα τέτοια πικάντικα. Εις μάτην. Όλα αξιοπρεπή και στη θέση τους, όπως αρμόζει σε δύο υπηρέτες του στέμματος και στο βρετανικό φλέμα. Εύγε!

Για τον Van Hamme ό,τι και να γράψεις δε μεταφέρεται εύκολα, πχ. παραθέτοντας μερικά καρέ. Το ύψος του ταλέντου, αυτού του ανθρώπου, γίνεται αντιληπτό μονάχα απολαμβάνοντας της ροή της δράσης, την πλοκή, τους διαλόγους. Όλα αυτά, όχι μόνο στέκουν από μόνα τους, ούτως ή άλλως, αλλά αν αποφασίσει κανείς να τα συγκρίνει με το δάσκαλο Jacobs θα διαπιστώσει ότι δεν καταλαβαίνει στο παραμικρό τη διαφορά - εκτός, δηλαδή, απ' το στοιχείο της απούσας τζακόμπειας μαλακίας, που ήδη θίξαμε. Δηλαδή, όχι μόνο δε μιλάμε για εμπορικό κακέκτυπο, που γίνηκε στο πόδι, δε μιλάμε ούτε καν για εξαιρετική μίμιση. Όχι κύριοι και κυρίες, ο Van Hamme δε μιμήθηκε τον Jacobs, παρά έγινε ο ίδιος Jacobs! Σκεφτόταν σαν Jacobs, έγραφε σαν Jacobs και μη σας πω ότι τραγουδούσε και κατούραγε σαν Jacobs. Έπρεπε να το καταλάβω πόσο μεγάλος ήταν αυτός ο άνθρωπος, από την εποχή ήδη που - πολύ μικρότερος - σιελορροούσα με τα άπαντα του πράκτορα "ΧΙΙΙ". Τεσπά, φτάνει μ' αυτόν.

Έρχεται, λοιπόν, κι ο γίγαντας Ted Benoit από την άλλη και σε κάνουν σάντουιτς. Με το που μυρίζεις την πρώτη σελίδα, έχεις ήδη καταλάβει τι πρόκειται ν' ακολουθήσει: τίποτα λιγότερο από το όνειρο και μία ώρα απανωτής καλλιτεχνικής μαστούρας. Ο Benoit είναι ένας μέγιστος μαέστρος της μελάνης. Αντιγράφει τον Jacobs με τόσο σεβασμό στο σύνολο, όσο και στις λεπτομέρειες, σα να 'χει καταληφθεί από το πνεύμα του εκλίποντος. Το αποτέλεσμα στα όρια του αδύνατου. Respect και μόνον...

ΕΠΑΦΕΣ ΑΛΛΟΚΟΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

Μικρή έκπληξη: οι δημιουργοί παρ' ότι ξεκινούν πάλι με βρωμερούς κι άπλυτους
βρετανούς, αποφεύγουν το αστικό τοπίο. Δροσιά, ήδη από την αρχή της ιστορίας,
η οποία σε προϊδεάζει για μια υπέροχη συνέχεια.

Σε σημεία, όπως αυτό, ο Benoit δείχνει
ολοφάνερα ότι δε σέβεται μόνο την
τεχνοτροπία, αλλά και την ιδιαίτεροτητα
- τη θεατρικότητα, αν θέλετε - σωμάτων
και κίνησης. Εδώ, ο αστυνόμος σηκώνει
τα χέρια και γέρνει, ακριβώς, σα να τον
παίρνει από τον ίδιο τον Jacobs.

Εξαιρετικός! Πιο Jacobs πεθαίνεις! Εννοείται ότι η αεροσυνοδός είναι το πιο κατάλληλο
άτομο, που σκέφτεται να ενημερώσει κανείς για το πού προτιμά το τσιμπούκι του.

Ένα από τα ομορφότερα καρέ στην ιστορία των κόμιξ !!! Δίκαια, η ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ (είτε οι αρχικοί
εκδότες) το επιλέγουν σε γκρο-πλαν για τ' οπισθόφυλλο. Για τα πιο απαιτητικά βλέμματα: εδώ ο Benoit
επιλέγοντας λεπτότερη μύτη από αυτή που χρησιμοποιούσε συνήθως ο Jacobs, καταφέρενει δίχως να
χαθεί στο παραμικρό η Jacob-εια ατμόσφαιρα, να μπολιάσει το καρέ με προσωπική εσάνς. Θεός!

Άλλο ένα υπέροχο καρέ, από την αμερικάνικη ύπαιθρο. Ο Benoit αποκαλύπει πως δε
χρειάζεται τη φλυαρία της αστικής ρυμοτομίας, για να ξεδιπλώσει την ικανότητά του.
Οι ελεύθερες γραμμές των ξερόχορτων παύουν να είναι τόσο ελεύθερες, κάτω από την
επιρροή της ταλαντούχας πένας. Βρίσκονται ακριβώς εκεί που πρέπει, ώστε να
επιτείνουν το αίσθημα της προοπτικής και του σωστού βάθους. Προς το τέλος,
υπάρχει άλλο ένα εξαιρετικό δείγμα καθαρής γραμμής από το φράγμα Χούβερ.
Μήπως όμως κάποια στιγμή να πάτε να σκάσετε και κανά φράγκο, τσιφούτηδες;

Το μάθαμε κι αυτό: τα μόρια που αποτελούν το... φως!!! Τι λες τώρα!
Φαντάσου τα άτομα, που αποτελούν τα μόρια, που αποτελούν το φως!

Και μόνο γι' αυτή τη σύλληψη, αξίζει κανείς να διαβάσει το
κόμικ: συντελεστής επιτάχυνσης του φωτός κι έτσι! Μαγεία!

Μα ναι! Η αρχή της ανάκλασης! Πώς δεν το σκεφτήκαμε νωρίτερα;;;

Άλλο ένα δείγμα εξαιρετικού ταλέντου: η ήρωες τοποθετούνται στο χώρο με απόλυτη συνέπεια!
Παρατηρείστε τη χωροδιάταξη στην εξέλιξη της πλοκής, σε σχέση με το αμπαζούρ και τα πράσινα
άλογα. Αν εξαιρέσεις τα απροκάλυπτα κωλόπαιδα, όλα έχουν τη σωστή τους θέση κι ο αναγνώστης
σχεδόν πείθεται ότι όλα αυτά έγιναν κάπου στην πραγματικότητα, σε μια υπαρκτή τρίτη διάσταση.
Δε θυμάμαι αν ο ίδιος ο Jacob ακολούθησε κάπου μια παρόμοια ροή στο χώρο, πέρνοντας κάποιο σημείο
αναφοράς με παρόμοια μαεστρία. Α μα ναι, είμαι μεγάλος αυνάνας! Εννοείται: σ' εκείνη την απίστευτη
καταδίωξη στο Παρίσι, στην "Υπόθεση Περιδέραιο", όπου ακολουθεί πιστά τον Παρισινό χάρτη.
Και για να  μην ξεχνιόμαστε: τα γνωστά καρέ που ξεχειλίζουν από λόγια κι εσύ κοιτάς το ρολόι σου.

Μα... γυναίκα;;; ΓΥΝΑΙΚΑ;;; Σε κόμικ που τιμά
 και σέβεται το Jacobs;;; Τι άλλο θα δούμε;;;
O tempora O mores!

[ Στο επόμενο τεύχος, η επική όσο και καφκική συνέχεια... ]

Sunday, January 15, 2017

ΙΖΝΟΓΚΟΥΝΤ - Όνομα και πράμα...


Μιλάμε, τώρα, για All-Time Classic εμπειρία : "Anglo-Hellenic Agency - Τάσος Ψαρόπουλος", τεύχος 1 και δραχμές 35 !!! Σελίδες ετοιμόρροπες, φύλλο και φτερό, έτοιμες να πετάξουν μακρυά και στο αγύριστο, αφού η κόλλα, τόσα χρόνια μετά, είχε γίνει πια σκόνη της σκόνης, ω σκόνη! Χωμένο (τότε) στη βιβλιοθήκη του μπαμπά (όχι του Αλή, του άλλου, του δικού μου), ανάμεσα σε Ντοστογιέφσκηδες και "Αινίγματα του Σύμπαντος", καρφώθηκε ως μια ακόμα ελάχιστη θρυαλλίδα, στην εύφλεκτη παιδική φαντασία. Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΒΕΖΥΡΗΣ ΙΖΝΟΓΚΟΥΝΤ των GOSCINNY και TABARY, στεκόταν εκεί περήφανος, κρυμμένος ανάμεσα σε γίγαντες, ρουφώντας τζούρες κλασικότητας από τη μία, παρα-επιστήμης από την άλλη. Μα κι η Βαγδάτη καθαυτή, πόση διαφορά είχε; Με τα μαγικά χαλιά και τους τσαρλατάνους στην μιαν άκρη, και στην άλλη, μουσάτοι Λόγιοι και Γραμματικοί, να μεταφράζουν Ευκλείδη και Αριστοτέλη. Τι να λέμε τώρα!!

Απ' έξω εμφάνιση κι από μέσα άνεση. Καμία σχέση.
Απλά έκανε ομοιοκαταληξία...

Χμμμ... ε, πως τι "τι να λέμε τώρα";; Πλάκα μου κάνετε;; Να λέμε και να παραλέμε. Γιατί, τούτος 'δω, ο πρώιμος Ιζνογκούντ έχει τόσο πρωτόλειο σκίτσο, ώστε αν μάθαινα ότι ο Tabary ήταν τότε 18 χρονών δε θα με παραξένευε καθόλου. Αλλά παραξενεύτηκα όταν η Google μου εκμυστηρεύτηκε, πως ήταν ήδη 32 χρονών μοσχάρι, όταν το 1962 σκάρωσε τον πρώτο Χαλίφη στο περιοδικό Record. Δηλαδή, απ' τα 18 τι έκανε, ο χαραμοφάης, και προκοπή στο χέρι του δεν είδε (πέραν από αυτή, που φαντάζεστε); Τα λεφτά, που του στέλνανε απ' το χωριό για μελάνια και χαρτί, τι τα 'κανε; Τα 'πινε στα καμπαρέ; Τα 'γλυφε στις πουτάνες; Τα 'παιζε στον ΟΠΑΠ; Πλήρωνε τον ΕΝΦΙΑ;

Τέλος πάντων, τον συγχωρώ - παρ' ότι με είχε φέρει ως εδώ - γιατί σαν έφτασε κάποτε η ώρα η ευλογημένη και το σκίτσο του ωρίμασε, ωρίμασε τόσο που δεν το πίστευες. Άγγιξε μία αισθητική αρτιότητα τόσο ταιριαστή με το είδος του χιούμορ που εκπροσωπούσε, ώστε κάθε ξινή κουβέντα και στραβωμένη φάτσα εβουλώθησαν και μεταμορφώθησαν σε αλοιφή για κάλους και σως για πατατάκια. Η κλασική περίοδος του Ιζνογκούντ (σε άλλη ανάρτηση αυτά) διακατεχόταν από ένα τόσο έντεχνα κι επιτηδευμένα "χύμα" σκίτσο, ώστε όταν χαζεύεις πχ. κάτι πανοραμικά της Βαγδάτης, πραγματικά γεμίζει η καρδιά σου, χορταίνεις καρικατούρα, σουρεαλισμό και ωχααδελφισμό!

Περίτεχνα "άγαρμπη" γραμμή, παραποίηση προοπτικής και διαστάσεων, λίγο πριμιτίφ εδώ,
λίγο απεριτίφ εκεί. Πολύχρωμη και μαγική, μια Βαγδάτη ό,τι να 'ναι, όπου τα πάντα μπορούν
να συμβούν! Το απόσπασμα, από την ιστορία "Incognito" (γκαβοί είστε; πάνω το λέει), του
5ου τεύχους "Το  Μαγικό Χαλί", από τις ίδιες πάντα εκδόσεις. Μόνο που η τιμή έχει γίνει,
τώρα, 45 δραχμές. Αλίμονο στο χαρτζιλίκι...

Και μετά, τι έγινε; Ε, μετά πήγε κι αυτός και γέρασε. Είχε πεθάνει κι ο Goscinny (τώρα έχει πεθάνει κι ο ίδιος) κι έτσι δεν υπήρχε ελπίδα: κατέληξε κι αυτός ένας κλασικός μαλάκας ακόμα, συντροφιά με τους άλλους κλασικούς (μαλάκες) Uderzo και Morris, οι οποίοι, στα τελευταία τους, κομιξογραφούσανε μάλλον για τα συντάξιμα, παρά από κάνα μεράκι.

Πολλές, μικρές ιστοριούλες, λοιπόν, ετούτος ο πρώτος τόμος των 52 σελίδων, σε αντίθεση με τον ετοιμοθάνατο Tabary, που τα 'κανε όλα μόνος του. Και σκίτσαρε, και σφουγγάριζε, και έτριβε τα κολοκυθάκια κι έγραφε μόνος του και τα σενάρια. Αλλά μιλάμε για κάτι σενάρια, μα κάτι σενάρια, τραβηγμένα τόσο σε μάκρος και σε σπέρμα, ώστε αν ήταν ψωλή θα πρωταγωνιστούσαν στην πιο ακριβή πορνοταινία και θα μας γαμούσαν, κιόλας. Εδώ, ωστόσο, σ' αυτή την πρώτη συλλογή, κανείς δε σοδομίζει κανέναν κι έτσι, με την αμόλυντη αφέλεια μιας αθώας ψυχής, προχωρούμε στις πρώτες γνωριμίες με κάποιες από τις πλέον κλασικές περσόνες της σειράς (πέραν των πρωταγωνιστών), όπως το Πνεύμα στην ομώνυμη, πρώτη ιστορία "Το Πνεύμα" και το Σουλτάνο Πουλμανκάρ, στην αμέσως επόμενη "Επίσημη Επίσκεψη".

Από Anglo-Hellenic Agency πάντα. Έχει πέσει κι ένα μικρό κόψε-
ράψε. Το Πνεύμα θα το βλέπουμε συχνά, σε διάφορες παραλλαγές,
όπως παρακάτω, ως Γενικό Γραμματέα των Ε.Π.Ο.Ε.Σ. (Εθνικά
Πνεύματα Οργανωμένα Ενωμένα και Συνδικαλισμένα) ...

Εδώ πάλι το Πνεύμα, μάλλον, ξεμέθυστο. Ο Tabary έχει πια αναφανδόν
κατακτήσει τη μεστή, χαρακτηριστική του γραμμή.

Πουλμανκάρ, το αντίπαλον δέος, ευερέθιστος, πολεμοχαρής και
συχνά - εν αγνοία του - μέρος των σατανικών βεζυρικών διαπλοκών.
Παρατηρούμε ότι ο πρώιμος Tabary, όπως κάθε άπειρος κομίστας,
δεν καδράρει σωστά το θέμα του. Τα κεφάλια ακαλαίσθητα κομμένα,
στο πάνω μέρος, μαρτυρούν του λόγου το αλοιφές...

Ακολουθούν "Οι "Γορίλες", "Οι "Ορδές", "Ο Σωσίας" και "Το Νησί Των Γιγάντων", όπου και κλείνει σουρεαλιστικά με μια από τις πλέον αγαπημένες μου εικόνες, η οποία δεν ξέρω πώς, ποιος και γιατί, χαράχτηκε από τότε ανεξίτηλα, στην τρυφερή και μαλακισμένη, παιδική μου ψυχούλα.

Και να πεις ότι μ' άρεσε το Σκάκι ...

Για τον Goscinny έχω γράψει αλλού, όχι πάλι. Έλεος! Θεωρώ και υπενθυμίζω, απλά, πως δε θα ήταν υπερβολή να μιλήσει κανείς, για εκείνη την εποχή, σαν εποχή Goscinny, παρά να πιάσει να μιλάει χώρια για Αστερίξ, Ιζνογκούντ και Λούκυ Λουκ ή τι άλλο. Χωρίς τον μάστορα της διήγησης, δε νομίζω να είχε γίνει γνωστό οτιδήποτε, από αυτά που σήμερα θεωρούμε κλασικά. Αυτό φαίνεται περίτρανα, καθώς οι ίδιοι οι καλλιτέχνες ως σεναρίστες αργότερα, απέτυχαν παταγωδώς. Αλλά κι όταν έφτασαν σε μιαν άλφα, νοσταλγική αναλαμπή, το πετύχανε όχι μόνοι τους, παρά με συνεργάτες, που πάτησαν πάνω στην ήδη υπάρχουσα κληρονομιά, δίχως να 'χουν τίποτα καινούργιο να προσφέρουν, οι ίδιοι.

Αντιπαθητικός όχι μόνο σα χαρακτήρας, αλλά και σα σκίτσο,
ο νεογέννητος Βεζύρης. Η μύτη του σαν αγγούρι καλυβιώτικο,
καμία σχέση με την ύστερη δολοφονική χατζάρα, η οποία έκοβε
δρόμο απ' τα καρέ, σχεδόν ισομήκης με τη λεβεντιά του φέροντος.

Ένα καρέ, που συμπυκνώνει το ήμιση της Ιζνογούδειας ουσίας.

Εδώ, το άλλο ήμιση...

Αυτά για φέτος, Τα ξαναλέμε του πέρσι.

Sunday, October 9, 2016

ΜΥΘΟΝΑΥΤΕΣ - Μεταξύ Παραμυθιού και Κολοκυθιού...

( Σημείωμα του Μεταφραστή, ώστε να μην παρεξηγηθεί, ό,τι κι αν πει παρακάτου = Κάθε προσπάθεια δημιουργίας κόμικ στην Κωλοπετινίτσα - τη χώρα μας δηλαδή - βασίζεται κατά κύριο λόγο στο προσωπικό μεράκι, όραμα, πείσμα και - ιδίως αυτό - στα προσωπικά έξοδα. Στηρίζουμε το ελληνικό κόμικ, όπως στηρίζουμε ένα μικρό παιδί, που δε λέει να μεγαλώσει, σε μια ηλίθια κι ακαλλιέργητη αγορά, που κάποτε θησαύριζε μαλακίες τύπου ΚΛΙΚ, αλλά σε ευρεία κλίμακα εξακολουθεί να θεωρεί τα κόμιξ υπόθεση των μικρών παιδιών. Θα μου πεις γιατί; μήπως διαβάζουν κανά βιβλίο, για να διαβάσουν κόμιξ; Η σύνδεση δεν είναι διόλου άσχετη ή αβάσιμη. Προτείνω, πάντως, με την πρώτη ευκαιρία να χαζέψετε και μόνοι σας τους ΜΥΘΟΝΑΥΤΕΣ από κοντά κι ίσως-ίσως να τους αγοράσετε - ακόμα κι αν δε σας τρελάνουν - αν θέλετε να στηρίξετε τα παιδιά και, φυσικά, αν σας περισσεύουν και πέντε φράγκα ελβετικά. Εγώ, να πω την αλήθεια, το δανείστηκα από ένα φίλο, εκείνος όμως τ' αγόρασε. Μετράει; Εγώ έχω στηρίξει άλλους, χειρότερους. )

Συμπαθητικό εξώφυλλο. Και σπαθιά, και πιστόλες, και βυζουλίνια,
κι ένας αφαλός, και πράσινα μάτια, κι ένα τεράστιο αριστερό χέρι,

που κανείς δε θέλει να φανταστεί πού χρησιμεύει... τι άλλο να
ζητήσει κανείς από ένα κόμικ; τι; σεξ; για δείτε και πιο κάτω...

ΣΥΝ-ΠΛΗΝ

Να μιλήσουμε πρώτα για τα υπέρ. Αυτααά. Ας μιλήσουμε τώρα και για τα κατά.

Εντάξει, πλάκα κάνω. Χοχο, δεν έχω πολύ χιούμορ;; Λοιπόν, πρώτη σελίδα και γενικά η εισαγωγή αρκετά δυνατή. Επιπλέον, τα παιδιά φαίνεται να το έχουν με την ψηφιακή τεχνολογία. Το επίπεδο επεξεργασίας χρωμάτων και εφέ νομίζω πως είναι επαγγελματικού ύψους, αν και το κόμικ γενικά δεν είναι. Πρώτη παράγραφος και ήδη αδυνατώ να συγκρατήσω τη χολή μου. Γαμώτο! Έχω αυτή τη γενετική ανωμαλία, που το ήπαρ μου παράγει περισσότερη χολή, απ' όση αντέχει η κοινωνία.

Όμορφο έμπα. Σε προδιαθέτει πολύ καλά
για τη συνέχεια. Τη σελίδα, την παραθέτω
επίτηδες τόσο μικρή, μπας και φιλοτιμηθεί
κανείς να το αγοράσει, τσιφούτηδες...

Τα παιδιά αυτά λοιπόν, περί ων ο λόγος, είναι οι: ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΟΥΜΠΟΥΛΙΑΣ στο σκίτσο, ο ίδιος κι ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΒΒΑΪΔΗΣ στην πλοκή και τους διαλόγους κι ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΛΙΑΛΗΣ στο χρώμα. Είναι και καναδυό ακόμα σε εξώφυλλα και γραφιστικά, αλλά άμα θέτε να τους μάθετε, μαντέψτε πώς.

Άλλο υπέρ είναι πως το καλλιτεχνικό παρεάκι καταπιάνεται, επιτέλους, με την ελληνική παράδοση ΚΙ ΟΧΙ ΠΑΛΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, ΠΟΥ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΗΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΣΚΥΛΟΒΑΡΕΘΕΙ, ΠΟΥ ΚΙ Η ΚΟΥΤΣΗ ΜΑΡΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΒΑΦΤΙΣΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΚΡΙΔΗ!!! Και ομολογώ πως ένα χαβαλέ τον έχει να βλέπεις τσολιάδες, μπουμπουλίνες και καποδίστριες σε μονδέρνο κόμικ. Μονδέρνο, βέβαια, όσον αφορά στο στήσιμο και την εσάνς, που μια δροσά την αποπνέει, όσο να 'ναι. Στην υπόθεση, ωστόσο, το νήμα πιάνει την ιστορία κάπου στο 1830 και λίγο μετά την Επανάσταση. Όπου μια ομάδα από κάποιους, που δεν κατάλαβα, κάνει διάφορα πράγματα, που δεν κατάλαβα, με απώτερο στόχο κάτι, που δεν κατάλαβα. Αλλά πολύ ωραίο, όμως.

Πάντως, το "επιτέλους", πιο πάνω, δεν κουβαλάει καμία πατριωτική σκορδοκαΐλα μέσα του, αλλά περισσότερο μια διάθεση παιχνιδιάρικης αυτο-επιβεβαίωσης, όπως όταν ακούς να μιλάνε ελληνικά στον Jason Bourne ή να παίζει Ρίτα Σακελλαρίου στον Εξορκιστή. Ή (παρασέρνομαι τώρα) όπως τότε, που μια υποβρύχια κονσέρβα με τον Indiana Jones καβάλα, ταξιδεύει τη μισή Μεσόγειο κι ούτε περνάει κανενός από το νου ότι είναι υποβρύχιο κι ότι μπορούν να ταξιδεύουν και κάτω απ' το νερό, αλλά κι ο Χάρισον Φορντ cool, τη βγάζει μούσκεμα μ' ένα απλό πουκαμισάκι, βραδιάτικα και μεσοπέλαγα, τέλος πάντων, φτερούγιζε η καρδιά σου όταν έβλεπες την γραφική, κόκκινη γραμμή στο χάρτη να τερματίζει τη διαδρομή της σε κάποιο γαϊδουρονήσι κάπου βόρεια της Κρήτης, όπου θα μπορούσε να είναι η Σαντορίνη, η Ανάφη, για πάλι η Αστυπάλαια, αλλά στην ταινία είναι μια πορδή με μια σπηλιά στη μέση. Τεσπά, η έξαψη δεν έχει να κάνει με φυλετικές ανησυχίες, αλλά μ' εκείνον τον παιδικό ενθουσιασμό πως, να, όχι μόνο στο Χόλιγουντ ή στους άλλους Γαλαξίες, αλλά ακόμα και σε τούτη την ξεχασμένη κι αδιάφορη γωνιά του κόσμου μπορούν να συμβαίνουν επικές περιπέτειες και μυστήρια και τέρατα και... και... και...

ΠΛΗΝ-ΠΛΗΝ

Αλλά έτσι είναι η ζωή σκληρή, σαν το πουλί της νιότης, κι αυτό που σου δίνει από τη μία, στο παίρνει με τόκο από την άλλη, ένεκα και η εντροπία. Όμοια σκληροί κι οι Ρουμπούλιες και Σαββαΐδηδες, ό,τι ελληνικό σου δίνουν από τη μία, στο γαμάνε πισόκωλλα απ' την άλλη με τρόπο τόσο ύπουλο - εξού και το "πισόκωλλο" - που είμαι σίγουρος, πως ούτε κι οι ίδιοι το 'χουν καταλάβει και, στην τελική, αυτογαμιούνται. Απ' όπου και να το πιάσεις το κόμικ τους είναι 3/2 αμερικανιά, δηλαδή μια αμερικανιά και μισή, για τους δυσαριθμητικώς πάσχοντες. Απ' το σχήμα, το στήσιμο (γενικό ή επιμέρους καρέ), την τεχνική ή τους χρωματισμούς, θα μπορούσε να στέκεται επάξια κι εφάμιλλα, σε κάποιο stand αμερικάνικης ποπ-κορν φλυαρίας. Εντάξει, αυτά διαβάζανε τα παιδιά μικροί, μ' αυτά λούζονται. Αλλά διαβάζεις "Μυθοναύτες" και λες "όπα, κάτι έχουμε εδώ". Απ' το "όπα", μέχρι το "σώπα", η απόσταση δεν είναι μεγάλη.

Το επιστέγασμα, ωστόσο, της αμερικανιάς πέφτει κάποτε τόσο βαρύ, όσο η πατρική καρπαζιά. Γιατί σαν φτάσει κανείς στην (ανατομικά τρισάθλια) σκηνή του σεξ, κοιτάζει ξανά και ξανά τ' αυτιά του στον καθρέφτη, να δει αν διάβασε καλά...

Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα. Παντελώς ηλίθια απόδοση αμερικανιάς.
Πραγματικά, αν ο Ρουμπούλιας ή ο Σαββαΐδης έχουν γνωρίσει Ελληνίδα, που φωνάζει
"έρχομαι" όταν χύνει, 'νταξ, θέλω να τη γνωρίσω κι εγώ, να της ζητήσω αυτόγραφο,
αν όχι τίποτ' άλλο. - Έρχομαι, αγάπη μου, έρχομαι,! - Μωράκι, όπως θα 'ρχεσαι
δε φέρνεις και καμιά μπύρα, που 'χουμε κορακιάσει απ' το στραγάλι;

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η απόδοση του "coming" ή "cumming" στα ελληνικά είναι τόσο κραυγαλέα, τόσο τραγελαφικά ηλίθια, ώστε, απ' το σημείο αυτό και μετά, έχασα κάθε διάθεση να συνεχίσω την ανάγνωση. Μου 'πεσε, ρε παιδί μου, ξεκαύλωσα, πώς το λένε; Άλλ' αντ' άλλων. Γιατί δε μιλάμε πια για αθώα επιρροή, αλλά για κακέκτυπο. Μάλιστα, κακέκτυπο. Αυτή είναι η κουλτούρα των Μυθοναυτών;;; Λέω "δε μπορεί να 'ναι τόσο βλάκες, κάτσε να ξαναδιαβάσω". Τα ίδια έγραφε και πάλι. Τώρα, δε θέλω να πιστέψω ότι τα παιδιά στερούνται ευφυίας και γράφουν τέτοιες μπούρδες. Προφανώς, πρόκειται περί αφέλειας. Αν όμως δε στερούνται ευφυίας κι επιπλέον - σίγουρα όχι - δε στερούνται ούτε το μεράκι ή την καλή διάθεση, τότε τι; ποιο είναι το πρόβλημα; Τολμώ να πω - και δεν το λέω υποτιμητικά αυτό, παρά σα διαπίστωση - ότι στερούνται, τελικά, της ευρύτερης εκείνης καλλιέργειας, που απαιτεί μια επική προσπάθεια, ανάλογη αυτής που θάρρεψαν να αναλάβουν.

Μια ιδέα αυτού που εννοώ, γίνεται φανερή κι από τις τελευταίες σελίδες, όπου αραδιάζουν 3,14 gigabytes πληροφορίας, μπας και καταφέρουν να περικυκλώσουν το σεβασμό μας, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να γίνουν πιο βαρετοί κι από εγκυκλοπαίδεια, και μάλιστα σε μια γραμματοσειρά τόσο κουραστική, ώστε μετά το πρώτο μισό της πρώτης λέξης ξύνεις τ' αρχίδια σου και μπαίνεις facebook να περάσεις την ώρα σου. Πραγματικά, καθώς ανοίγω και πάλι τις τελευταίες σελίδες - όπα! ακόμα δεν έχω επιστρέψει το κόμικ;;; - πρόκειται για τη χαρά του σπασίκλα! Από τη μια ροκ επανάστα και μαλλιά ράστα (και καλά) κι από την άλλη πατρόν-καρμπόν σχολικού μαθήματος Ιστορίας... "ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης: (α) εισήγαγε το πρώτο... μπλαμπλα (β) διαπραγματεύτηκε επιτυχώς... μπλαμπλα (γ) μερίμνησε για τη δημιουργία... μπλαμπλα..." χασμουρητά, αυτοκτονίες, τη Δευτέρα διαγώνισμα τετραμήνου.

Το καταστάλλαγμα, απ' όλη αυτή τη φαρμακο-φλυαρία μου, είναι ότι δεν κατάφεραν να συμπυκνώσουν στην ίδια την πλοκή, τα στοιχεία εκείνα της Ιστορίας ή της Παράδοσης, που θεωρούσαν πιο σημαντικά, παρά τα αράδιασαν, ως έναν οχετό αδιαφορίας στο τέλος του κόμικ. Τέτοιες απαιτήσεις οικονομίας, βέβαια, προϋποθέτουν εξαντλητική επεξεργασία του σεναρίου, ξανά και ξανά και ξανά (κι ίσως και ξανά), ώσπου κανένα στοιχείο να μην ξεχωρίζει φάλτσα, μα όλα τους δεμένα σε μια ομογενή και συμπαγή ενότητα, να ρέουν στην αφήγηση, τόσο φυσικά, όπως πίνει νερό ένας μπακαλιάρος. Τα καλόπαιδα σε αυτό το σημείο αποδεικνύονται γνήσια ερασιτέχνες κι αυτό, το τελευταίο, δεν αποτελεί ειρωνία. Αν δεν ξοδεύανε τσάμπα χώρο να δουν ποιος έρχεται και ποιος πονάει, ίσως η οικονομία ετούτη και να ήταν εφικτή. Αυτό το τελευταίο ήταν.

Φαίνεται ωραίο, δε λέω, εκτός κι αν έχεις σκοπό να το
διαβάσεις. Σα μερικά σχολικά βιβλία, ένα πράμα. Θα 
μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν σαν όμορφο εφέ -
καλλιγραφία μιας άλλης εποχής - για 2-3 σειρές,
ίσως ένα επίγραμμα. ΟΧΙ ΟΜΩΣ
ΓΙΑ 6 (έξι) (!!!) ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ !!!

Το σκίτσο, όπως φαίνεται και στη σκηνή του σεξ, είναι εν γένει μέτριο, αλλά αξιοπρεπές για την κατηγορία που αγωνίζεται. Ο σαρκασμός μου δεν είναι παρά ύφος λόγου, κυρίως για τη δική μου ψυχολογική εκτόνωση, αφού στο κάτω-κάτω εγώ είμαι ο μοναδικός αναγνώστης ετουτουνού του blog. Δε θα τολμούσα, ωστόσο, να ειρωνευτώ κάποιον, που προσπαθεί με την πληρότητα των δυνάμεών του και φτάνει ως εκεί που φτάνει. Άξιος! Η ειρωνία μου - γενικά - δεν είναι κακεντρεχής. Κορόιδευα πχ. τον Rosinksi ασύστολα, γιατί ο τύπος μπορούσε να κάνει παπάδες, αλλά συχνά χαζεύαμε καντηλανάφτες. Τον ερασιτέχνη, όμως, τον σέβομαι. Όπως και τη μαλακία, επίσης. Κι αυτά τα δύο τελευταία, συχνά, συνδυάζονται. Θέμα σύγκρισης Ρουμπούλια και Rosinski δεν τίθεται. Τουλάχιστον, ακόμα. Ποιος ξέρει πού μπορεί να φτάσει το παληκάρι, μετά από πολύ δουλειά κι επιμονή; Προς το παρόν, ωστόσο, το σκίτσο του είναι μέτριο κι αυτό είναι πραγματική τιμή να στο λέει κανείς, αν έχεις τίμια κι αληθινή επίγνωση των γιγάντων, οι οποίοι έχουν σημαδέψει το χώρο του κόμικ, με το πέρασμά τους.

Καποδίστριας, ο καλύτερος φίλος του πατριώτη. Αγαπάμε
τον, γιατί πέθανε νωρίς κι έτσι δε πρόλαβε να διαψευσθεί
στις συνειδήσεις. Πάνω η απόδοση του Ρουμπούλια, κάτω η 
απόδοση άλλου μεγάλου καλλιτέχνη. Είναι χαρακτηριστικό, 
πως ο Ρουμπούλιας αγνοεί επανειλημμένα το μυστηριώδη
αριθμό 500 ο οποίος - εικάζεται ότι - συνόδευε τον μέγα
κυβερνήτη, σε κάθε περίσταση, και μάλιστα,
επι τη εμφανίσει του.


Υπάρχουν, επίσης, στοιχεία στα οποία ο Ρουμπούλιας υπερβάλλει με τη χρήση τους, όπως η κλίση του θέματος, ως προς το καρέ. Τώρα, ίσως για να εντυπωσιάσει, ίσως γιατί ουσιαστικά αντιγράφει αμερικάνικα τεχνικά κλισέ δράσης ή χωροταξίας, στην τελική όμως μας κουράζει ασύστολα, μας ζαλίζει σεξπίστολα, κι ούτε πετυχαίνει και κανά αισθητικό αποτέλεσμα της προκοπής. Εκτός κι αν επεδίωκε όντως τη ναυτία, οπότε του βγάζω το καπέλο. Για να ξεράσω.

Η στραβός είν' ο γιαλός, ή στραβά αρμενίζουμε. Σ' ένα δυναμικό καρέ, για παράδειγμα, μια άλφα
κλίση εντείνει το αποτέλεσμα, καταδείχνει μια εσωτερική αναστάτωση ή μια ένταση η οποία έχει
ήδη ξεσπάσει. Σε στατικά καρέ όμως, όπως τα παραπάνω, που είναι δυο μαλακίες και μισές,
το πέρα-δώθε-κυματάκι-σήμερα-ήταν-ένα-μικρό-καράβι μας καθιστά όλους καχύποπτους,
ως προς τον καπνό που φουμάρει ο, κατά τ' άλλα, συμπαθέστατος Ρουμπούλιας...

Σε άλλα σημεία, ωστόσο, φαίνεται ολοκάθαρα ότι ο καλλιτέχνης έχει εξαιρετικές δυνατότητες, αλλά μένει ακόμα πολλή δουλειά, μέχρι τις ικανότητες.

Όμορφο σχέδιο. Αποδείχνει περίτρανα ότι ο Ρούμπι έχει περάσει
περισσότερες ώρες σχεδιάζοντας τέρατα, παρά γυναικεία σώματα.
Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης ξέρει να σχεδιάζει
πουλιά και μάλιστα τόσο μεγάλα, μας καθιστά επίσης καχύποπτους
και γι' άλλα πράματα, εκτός απ' τον καπνό που φουμάρει...

Προοπτικές, ανατομίες, στήσιμο ενός καρέ, αλλά και ολόκληρης της σελίδας, είναι από μόνα τους, όλα, τέχνη μέσα στην τέχνη. Εδώ καραδοκεί και το κυριώτερο ελάττωμα του μέσου έλληνα κομίστα: ως ερασιτέχνης έχει αστείρευτο μεράκι, αλλά στο καλλιτεχνικό κομμάτι μένει πάντα ένας έφηβος με ταλέντο. Αυτό δε σημαίνει ότι το μέσο αμερικάνικο κόμικ, που κάποτε χάζευα σε τρελές τιμές στα stands του Solaris είχε να προσφέρει τίποτε ανώτερο. Η Ρουμπουλοπαρέα στέκεται επάξια στο πλευρό, πολλών απ' αυτούς. Απλά, όλοι μαζί παλεύουν με τα κύματα και στα 5 μποφόρ τουμπάρουν και πνίγονται. Θέλει πολλές φουρτούνες, ακόμα, για να γίνει κανείς καπεταναίος.

Και τώρα που πέταξα και τη σοφή κουβέντα μου και νιώθω μια ανάταση, όμοια με αυτή που νιώθει κανείς άμα κλάσει - και μάλιστα μετά από πολύωρο και απάνθρωπο σαβουάρ βιβρ - έφτασε η ώρα να πάω εγώ για ύπνο κι εσείς να πάτε να συναντήσετε τις τύψεις σας, γιατί δεν είστε ήδη στο περίπτερο. Όχι πως εκεί θα βρείτε του Μυθοναύτες, αλλά μπορείτε να πάτε τουλάχιστον για τις εντυπώσεις.

Υστερογράφημα

Ρε πούστη μου, πότε θα ξεπεράσουμε αυτή την καταραμένη κληρονομιά του Οβελίξ (Αστερίξ), του Πόλντο (Ποπάυ), του Φαγάνα (Περιπέτεια) ή του Σπίθα (Μικρός Ήρως), που τουλάχιστον ο τελευταίος είχε κάθε λόγο να είναι συνεχώς πεινασμένος. Πότε θα ξεπεράσουμε το κλισέ του αφελή κι ανόητου χοντρού ή γιγαντόσωμου, που το μόνο που 'χει στο μυαλό του είναι το φαί ή το φαί και ξύλο;;

Δεν είμαι ο Γιάννης, είμ' ο Γιαννάκης ...